Οι Ευνοούμενοι του Φεγγαριού – Les Favoris De La Lune (1984)

...

type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>

 

Γράφει ο Πέτρος Θεοδωρίδης


Σκηνοθεσία: Otar Iosseliani
Σενάριο: Otar Iosseliani, Gérard Brach
Πρωταγωνιστούν: Katja Rupé, Alix de Montaigu, François Michel
Διάρκεια: 101’
Χώρα: Γαλλία, Ιταλία, Σοβιετική Ένωση
Διανομή: Odeon

 

Για τους Ευνοούμενους του Φεγγαριού, έχουν εκφραστεί πολλές και αντικρουόμενες απόψεις, αν και πρόκειται για μια ταινία με ιστορία σχεδόν τριών δεκαετιών και άρα, θα έπρεπε το τοπίο να έχει γίνει πιο ξεκάθαρο. Κανείς όμως δεν έχει ακόμη αποφανθεί με σιγουριά για το τι ήθελε να μας δώσει ο μεγάλος Γεωργιανός Οτάρ Ιοσσελιάνι, που το έσκασε στη Γαλλία μην αντέχοντας τη σοβιετική λογοκρισία που του μαύριζε την ψυχή και κατέπνιγε κάθε έκρηξη δημιουργικότητας.

Aπό τη Γαλλία λοιπόν και όλα όσα συμβόλιζε για τον κόσμο της τέχνης εκείνη την εποχή, ήρθαν οι Ευνοούμενοι του Φεγγαριού. Το περιεχόμενο της ταινίας, το αναζητούν ακόμη η θεατές του τότε, αλλά και όσοι ανακαλύπτουν την ταινία σήμερα. Γενικά, θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα άτακτο πορτραίτο της αστικής ζωής του Παρισιού. Εργαστήρια κεραμικής, ατελιέ, σερβίτσια και εμπόριο όπλων, όλα αυτά συγκροτούν ανθρώπινες ιστορίες που διαπλέκονται μεταξύ τους δημιουργώντας ένα ευρύ πλέγμα σχέσεων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς να συνεισφέρουν συνολικά στην πλοκή. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει πλοκή. Ο όρος πορτραίτο είναι ακριβής. Στην ουσία, έχουμε ένα μεγάλο πίνακα που απεικονίζει ορισμένες πτυχές της Γαλλικής καθημερινότητας, με κίνηση, χωρίς όμως ή κάθε εικόνα ή το κάθε γεγονός έχουν τη θέση τους με τρόπο που να οδηγούν σε συμπεράσματα.

Έτσι, οι Ευνοούμενοι του Φεγγαριού αποτελούν και μια χαρακτηριστική ταινία της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του Ιοσσελιάνι. Μια φυσιογνωμία επαναστατική, μακριά από το νεορεαλιστικό άγγιγμα της εποχής. Μια φυσιογνωμία χαρακτηριστική των νέων οριζόντων που του άνοιξε η φυγή από τη Σοβιετική Ένωση, καθώς στη Γαλλία ολοκληρώνεται η εξέγερσή του ενάντια στη φόρμα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η κινηματογραφική ματιά του, αποτελεί ότι το πεζό ποίημα για την ποίηση. Στους Favoris de la Lune, δεν υπάρχει κάποια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, ο λυρισμός απουσιάζει ενώ δεν έχουμε κάποια ενιαία μορφή με συνοχή και νόημα ύπαρξης. Η ταινία εκτυλίσσεται και οι τίτλοι τέλους έρχονται χωρίς να επαναφέρεται κάποιο είδος τάξης ή να καλλιεργείται κάποιο αίσθημα εξιλέωσης.

Παρά την ιδιαίτερη φύση της, η ταινία πέρασε μια βόλτα από το Φεστιβάλ της Βενετίας όπου και βραβεύτηκε χαρίζοντας διεθνείς δάφνες στο σκηνοθέτη. Ευτυχώς δηλαδή, που δραπέτευσε και μαζί με το σώμα του και την έμπνευσή του, έφερε και την τάση του να σπάει τα καλούπια και την άκαμπτη δομή με τα οποία μας είχε συνηθίσει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Στη δουλειά του Ιοσσελιάνι, δεν υπάρχει εμβάθυνση στους χαρακτήρες ούτε βουτιές στον ψυχισμό των ηρώων. Άσε που δεν υπάρχουν ήρωες στην ταινία του. Μόνο φιγούρες που κάνουν την ανιαρή δουλειά τους και ταυτόχρονα, ένα αόρατο τείχος ανάμεσα σε αυτές και τους θεατές, για να αποφευχθεί το έγκλημα της ταύτισης. Εξάλλου, ποιος είναι σε θέση να καταλάβει τον ψυχισμό του άλλου, και μάλιστα να έχει και το θράσος να εκφράσει συμπάθεια και κατανόηση; Για τον Οτάρ Ιοσσελιάνι, η τάση των θεατών να ταυτίζονται με τους χαρακτήρες, κάνει τους ρόλους των έργων του προβλέψιμους και την κινηματογραφική εμπειρία κουραστική. Κυρίως όμως, αυτό που αναγνωρίζει ο σκηνοθέτης, δεν είναι απλά η θρασύτητα πίσω από την ταύτιση, αλλά η πρακτική αδυναμία του θεατή να εισβάλει και να συλλάβει τον ψυχισμό ενός κινηματογραφικού χαρακτήρα.

Για το Λακάν, ένας άνθρωπος δε μπορεί σε καμία περίπτωση να βιώσει εκ νέου μια εμπειρία του παρελθόντος. Κάθε προσπάθεια συμβολοποίησής της με τη γλώσσα, τις εικόνες, τη φωτογραφία, είναι μια αποτυχημένη προσπάθεια να αποδώσουμε το πραγματικό. Αν καταφέρναμε να ταυτίσουμε το βίωμα και την ανάμνησή του, τότε θα ζούσαμε μια τραυματική ζωή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά τελειότητα στην ηθελημένη ή αυθόρμητη ταύτιση με μια βιωμένη πραγματικότητα, ποσώς με μια φαντασιακή απεικόνιση. Είναι ένα ψέμα και μια αδυναμία. Έτσι, για τον Ιοσσελιάνι αρκεί η ακρίβεια στην απόδοση, η αποξένωση του θεατή από το δημιούργημα του σκηνοθέτη και η σιωπή.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ