Οι καλύτερες Αμερικάνικες ταινίες του 21ου αιώνα με θέμα το μποξ

Και οι τέσσερις είναι υπέροχες

Στις 28 Ιανουαρίου βγήκε στις Ελληνικές αίθουσες η ταινία «Creed», όπου βρήκαμε το γνωστό ήρωα Rocky Balboa, στη θέση του προπονητή. Αυτή είναι μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε τις καλύτερες Αμερικάνικες ταινίες του 21ου αιώνα που σχετίζονται με το άθλημα του μποξ:

ali-2001-09-g
4. Ali (2001)
«Να κινείσαι σαν πεταλούδα, να κεντρίζεις σα μέλισσα.»
Η ταινία του Michael Mann εστιάζει στη δεκαετία 1964-1974 και στη ζωή του θρύλου του μποξ Muhammad Ali, που τον υποδύεται ο Will Smith. Η ταινία ξεκινάει με την επικράτηση του Ali (τότε ακόμα ονομαζόταν Cassius Clay) επί του Sonny Liston και την κατάκτηση του τίτλου του πρωταθλητή βαρέων βαρών, σε ηλικία μόλις 22 ετών. Ακολουθούν ο ασπασμός του Ισλάμ, ο γάμος με τη Sonji Roi (την υποδύεται η πραγματική σύζυγος του Smith, Jada Pinkett) που όμως κρατάει λίγο και η δεύτερη νίκη επί του Liston. Όταν ο Ali αρνείται να καταταγεί στον Αμερικάνικο στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, οι επιπτώσεις είναι βαριές και περιλαμβάνουν την αφαίρεση του τίτλου του, της άδειας πυγμαχίας και του διαβατηρίου του. Τελικά, μετά από τέσσερα χρόνια εκτός ρινγκ και πολλές ενστάσεις, δικαιώνεται. Παντρεύεται για δεύτερη φορά, τη Belinda Boyd, με την οποία αποκτά τέσσερα παιδιά και επιχειρεί να πάρει πίσω τον τίτλο του στη «Μάχη του αιώνα» εναντίον του Joe Frazier, που έμελλε να είναι η χειρότερη ήττα στην καριέρα του Ali. Όμως δεν τα παρατάει. Η ταινία κλείνει με τον αγώνα μεταξύ του Ali και του George Foreman, που έμεινε γνωστός ως η «Βροντή στη ζούγκλα» και αποτέλεσε την πανηγυρική επιστροφή του Ali στους τίτλους.

Η ταινία συνάντησε πολλές δυσκολίες μέχρι να αρχίσουν τα γυρίσματα, από αλλαγές σκηνοθετών μέχρι αλλαγές στο αρχικό σενάριο, το οποίο αρχικά εξιστορούσε 28 χρόνια(!) από τη ζωή του αθλητή. Επιπλέον, χρειάστηκε να επέμβει ο πραγματικός Muhammad Ali για να αναλάβει ο Smith το ρόλο που μέχρι σήμερα θεωρεί το σημαντικότερο της καριέρας του. Για τις ανάγκες του ρόλου ο Smith, πέρα από τις εντατικές προπονήσεις , έπρεπε να διαβάσει για το Ισλάμ αλλά και να μάθει να μιλάει και να αγωνίζεται όπως ο Muhammad Ali. Μάλιστα, λέγεται πως ο ηθοποιός (στην πραγματικότητα πυγμάχος) που υποδύεται το Foreman είχε την άδεια να χτυπήσει το Smith όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η δεκαετία στην οποία εξελίσσεται η δράση υπήρξε κομβικής σημασίας για την ιστορία της Αμερικής: Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η δολοφονία του Malcolm X και του Martin Luther King, η μάχη των Αφροαμερικανών για ισότητα. Όλα αυτά είναι στο φόντο και πολλές φορές στο προσκήνιο και χαρακτηρίζουν μια ταινία που δε θέλει να μιλήσει μόνο για το μποξ αλλά να κάνει και ένα ιστορικό σχόλιο. Με χαλαρή σεναριακή δομή και το φακό να παρακολουθεί πολλές φορές σχεδόν με ντοκιμαντερίστικη διάθεση τον ήρωα, η ταινία έλαβε κυρίως θετικές κριτικές και δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ, για το Smith και για τον (αγνώριστο) Jon Voight, που υποδύεται το δημοσιογράφο Howard Cosell. Αυτό που τελικά όμως ξεχωρίζει αυτή τη φιλόδοξη βιογραφία (πέρα από το εκπληκτικό κομμάτι «Tomorrow» που συνοδεύει μουσικά τις πιο σημαντικές στιγμές της ταινίας), είναι ο ρεαλισμός στις σκηνές που διαδραματίζονται στο ρινγκ, αφού πολλές φορές χρησιμοποιείται κάμερα στο χέρι. Η ταινία μεταφέρει πιστά στο θεατή σημαντικά στοιχεία της πληθωρικής προσωπικότητας του σπουδαίου αθλητή, όπως το γεγονός ότι προκαλούσε τους αντιπάλους του πριν τους αγώνες, τη στρατηγική του, αλλά επίσης και το ότι ήταν από τους λίγους αθλητές που ο ίδιος καθόριζε τη δημόσια εικόνα του, αφού δε δίσταζε ποτέ να λέει τη γνώμη του.

cinderella-man_still
3. Cinderella Man (2005)
«Πρέπει να πιστέψω πως όταν τα πράγματα είναι άσχημα μπορώ να τα αλλάξω.»
Πρόκειται για μια ακόμα βιογραφική ταινία, για ένα σχετικά άγνωστο πυγμάχο, τον James Braddock. Ο Braddock έχει ανοδική πορεία στην καριέρα του ώσπου το 1929 σπάει το χέρι του σε έναν αγώνα διεκδίκησης τίτλου. Τα επόμενα χρόνια είναι δύσκολα, λόγω της «Μεγάλης Ύφεσης» που πλήττει την Αμερική και ο Braddock αναγκάζεται να δουλέψει ως φορτωτής-εκφορτωτής πλοίων. Η οικονομική τους κατάσταση φτάνει να είναι τόσο άσχημη που η γυναίκα του, Mae, στέλνει τα παιδιά τους σε άλλα μέλη της οικογένειας της για να τα συντηρήσουν. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που δίνεται η ευκαιρία στον Braddock να επιστρέψει στο ρινγκ με αντίπαλο τον Corn Griffin. Ο Braddock κερδίζει τον αντίπαλο του με νοκ άουτ στον 3ο γύρο, ενθουσιάζοντας τον κόσμο. Έτσι, έχει μια δεύτερη ευκαιρία για τον τίτλο εναντίον του σκληροτράχηλου Max Baer, παρά τις αντιρρήσεις της Mae, που φοβάται για τη ζωή του συζύγου της. Εντωμεταξύ, η ιστορία του Braddock γίνεται γνωστή και κερδίζει χιλιάδες υποστηρικτές από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που τον βοηθούν να κερδίσει τον αγώνα και τον πρώτο του τίτλο, σε ηλικία 30 ετών.

Οι κριτικές για την ταινία του Ron Howard με πρωταγωνιστή το Russell Crowe (η δεύτερη συνεργασία τους μετά το άκρως επιτυχημένο «A Beautiful Mind») ήταν κυρίως θετικές (με ενστάσεις για την απεικόνιση του Baer ως αλαζόνα και προκλητικού- εκτός του ρινγκ- άντρα). Η ταινία έλαβε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, με κυριότερη αυτή του Β’ Αντρικού ρόλου για τον Paul Giamatti που υποδύεται το Joe Gould, μάνατζερ και φίλο του Braddock. Ένα από τα θετικά στοιχεία της ταινίας είναι ότι αφιερώνει χρόνο στις συμβουλές του Gould και στη στρατηγική που ακολουθούσαν στους αγώνες οι δυο άντρες. Επιπλέον, και σε αυτήν την ταινία συμμετείχαν επαγγελματίες πυγμάχοι στους ρόλους των εκάστοτε αντιπάλων του Braddock, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το συχνό τραυματισμό του Crowe. Οι σκηνές πάλης έχουν έντονο ρυθμό και γρήγορες εναλλαγές πλάνων αλλά και χρήση slow motion. Επίσης, οπτικά το ρινγκ μοιάζει με μεγάλη κλειστοφοβική αρένα, ενώ έμφαση δίνεται τόσο στα χτυπήματα που δίνουν όσο και στα χτυπήματα που δέχονται οι αθλητές. Η ιστορία του Braddock μιλάει για το Αμερικάνικο όνειρο. Ο θεατής, λοιπόν, έχει την αίσθηση πως όταν ο Braddock πυγμαχεί είναι σα να εκπροσωπεί ένα ολόκληρο έθνος, παρά το γεγονός πως ο ίδιος δεν πυγμαχούσε για τη δόξα, αλλά για βιοποριστικούς λόγους.

_TF70556.NEF
2. The Fighter (2010)
«Είτε βοηθάς κάποιον είτε προπονείς ένα παιδί, πιστεύω πως θα ανταμειφθείς με κάποιον τρόπο.» (απόφθεγμα του πραγματικού Micky Ward)
Ακόμα μια ταινία που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, αυτή του πιο «πρόσφατου» πυγμάχου Micky Ward. Στην αρχή της ταινίας, προπονητής του είναι ο αδερφός του, πρώην πυγμάχος και εθισμένος στην κοκαΐνη, Dicky Eklund και μάνατζερ του η μητέρα του, Alice. Έπειτα από μία ντροπιαστική ήττα, για την οποία ο Micky κατηγορεί την οικογένεια του, τους λέει πως αποφάσισε να αλλάξει τόπο προπόνησης. Όμως μια μέρα ο Dicky μπλέκει με την αστυνομία και ο Micky τον υπερασπίζεται στη συμπλοκή με αποτέλεσμα να χτυπήσει άσχημα το χέρι του. Ο Dicky τελικά συλλαμβάνεται και ο Micky δε θέλει πλέον να έχει καμία σχέση μαζί του. Μια μέρα, προβάλλεται ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο ο Dicky συμμετείχε, αλλά προς απογοήτευση του το ντοκιμαντέρ είναι για τον εθισμό στα ναρκωτικά και πως αυτά κατέστρεψαν την καριέρα του. Εντωμεταξύ, ο Micky προπονείται με μια ομάδα σωστών συνεργατών, και με τη συμπαράσταση της κοπέλας του Charlene, κερδίζει ένα σημαντικό αγώνα. Όταν ο Dicky βγαίνει από τη φυλακή, σαφώς ανανεωμένος, πηγαίνει στο γυμναστήριο που προπονείται ο αδερφός του, όπου βρίσκεται και η Charlene αλλά και η μητέρα τους. Εκεί, καβγαδίζουν όλοι άσχημα μεταξύ τους αλλά τελικά, ο Dicky και η Charlene τα βρίσκουν και ο Micky κερδίζει τον πολυπόθητο τίτλο του πρωταθλητή.

Ο Mark Wahlberg, πρωταγωνιστής και παραγωγός της ταινίας, παθιάστηκε από την αρχή με το project καθώς ήδη γνώριζε το Micky Ward και ήταν θαυμαστής του. Η προετοιμασία του Wahlberg για το ρόλο, που περιελάμβανε μελέτη του τρόπου πυγμαχίας του αθλητή αλλά και του τρόπου ομιλίας του, διήρκησε περίπου τέσσερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Wahlberg τραυματίστηκε πολλές φορές καθώς ο ίδιος έκανε όλες τις σκηνές πυγμαχίας. Επίσης, ο φιλόδοξος ηθοποιός προσκάλεσε τα αδέρφια Ward να μείνουν μαζί του και έφτιαξε ένα ρινγκ μέσα στο σπίτι του για να προπονείται καθημερινά. Το υπόλοιπο καστ έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό και αφοσίωση, με τη Melissa Leo(στο ρόλο της Alice) και τον εκπληκτικό Christian Bale(στο ρόλο του Dicky) να κερδίζουν Όσκαρ Β’ ρόλων για τις ερμηνείες τους. Η ταινία είχε κι άλλες πέντε υποψηφιότητες στα Όσκαρ (Καλύτερης ταινίας, Σκηνοθεσίας για το David O.Russell, Σεναρίου, B’ ρόλου για την Amy Adams και Μοντάζ). Ο O.Russell επέλεξε να γυριστούν οι σκηνές στους πραγματικούς χώρους που ζούσε και προπονούταν τότε ο Ward και χρησιμοποίησε κάμερες της εποχής που αγωνιζόταν ο αθλητής ώστε να μιμηθεί την πραγματική τηλεοπτική αναμετάδοση των αγώνων. Η ταινία έκανε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία ενώ πολύ θετικά ήταν και τα σχόλια των κριτικών. Πέρα από το μποξ, αυτή είναι μια ταινία που διαχειρίζεται με ρεαλισμό τις πολύπλοκες οικογενειακές σχέσεις και κυρίως τις αδερφικές. Τέλος, υπάρχουν φήμες για «Fighter 2», που θα επικεντρώνεται στο κλείσιμο της καριέρας του Ward και στην τριλογία αγώνων εναντίον του Arturo Gatti.

million-dollar-baby-2004-14-g

1.Million Dollar Baby (2004)
«(Το μποξ) είναι το μόνο πράγμα που κάνοντας το νιώθω καλά. Αν είμαι πολύ μεγάλη για αυτό, τότε δεν έχω τίποτα.»
Μια μη βιογραφική ταινία που διηγείται την ιστορία της Maggie Fitzgerald (Hilary Swank). Παρά τις αντιρρήσεις του Frankie Dunn (Clint Eastwood), η Maggie εμφανίζεται καθημερινά στο γυμναστήριο του και προπονείται με τη βοήθεια του Eddie (Morgan Freeman), φίλου και υπαλλήλου του Frankie (είναι επίσης και ο αφηγητής της ιστορίας). Τελικά, ο Frankie δέχεται να την προπονήσει, και έτσι έρχονται οι πρώτοι αγώνες. Η Maggie αποδεικνύεται φυσικό ταλέντο, κερδίζοντας τον έναν αγώνα μετά τον άλλο με νοκ άουτ και έτσι ο Frankie την ανεβάζει κατηγορία. Σταδιακά, ο Frankie αναπτύσσει έναν πατρικό δεσμό με την κοπέλα, που αντικαθιστά την αποξενωμένη κόρη του. Εντωμεταξύ, η Maggie συνεχίζει την ανοδική της πορεία, ώσπου έχει μια ευκαιρία για τον τίτλο, σε ένα παιχνίδι με τη Billie «Μπλε Αρκούδα». Η νίκη φαίνεται να είναι της Maggie, όμως όλα ανατρέπονται όταν, στο τέλος ενός γύρου, η Billie χτυπάει από πίσω αντικανονικά την αντίπαλο της, με αποτέλεσμα η Maggie να πέσει πάνω στο γωνιακό σκαμνάκι και να σπάσει το λαιμό της. Αυτό την αφήνει παράλυτη από το κεφάλι και κάτω. Ο Frankie αντιμετωπίζει αυτό το γεγονός με διάφορους αναποτελεσματικούς τρόπους: Πρώτα βρίσκεται σε άρνηση, ύστερα τα βάζει με τον Eddie και τέλος στρέφεται στο Θεό. Όταν οι γιατροί αναγκάζονται να ακρωτηριάσουν το ένα πόδι της Maggie λόγω μολύνσεων, εκείνη ζητάει από το Frankie να τη βοηθήσει να πεθάνει. Εκείνος αρνείται και η κοπέλα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Τελικά, ο Frankie της χορηγεί μια ένεση αδρεναλίνης και η Maggie πεθαίνει. Ο Frankie δεν επιστρέφει ποτέ στο γυμναστήριο.

Και αυτή η ταινία πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρι να γίνει πραγματικότητα, καθώς καμία εταιρεία δεν ήθελε να αναλάβει εξολοκλήρου τη χρηματοδότηση της μιας ταινίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα πυγμάχο. Ακόμη, η Hilary Swank ήταν αρκετά αδύνατη όταν ανέλαβε το ρόλο οπότε έπρεπε να προπονηθεί σκληρά και να βάλει περίπου 9 κιλά σε μυς. Τελικά, η ταινία έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία στο Αμερικάνικο Box office που παιζόταν στους κινηματογράφους για 6 (!) μήνες. Το απαισιόδοξο τέλος και τo θέμα της ευθανασίας προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις, αλλά όπως δήλωσε ο κριτικός Roger Ebert μια ταινία δεν πρέπει να κρίνεται καλή ή κακή από το περιεχόμενό της, αλλά από το πώς χειρίζεται το περιεχόμενο της. Ο Eastwood από την άλλη, υποστήριξε πως η ταινία είναι η απάντηση στο αμερικάνικο όνειρο. Η ταινία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και κέρδισε τέσσερα Όσκαρ: Καλύτερης ταινίας για τον 74χρονο τότε Eastwood, σκηνοθεσίας, Α’ γυναικείου ρόλου και Β’ αντρικού ρόλου για τον Freeman (επίσης είχε άλλες τρεις υποψηφιότητες για τον Eastwood στον Α’ αντρικό ρόλο, Μοντάζ και Σεναρίου για τον Paul Haggis). Εκτός, από τις μεστές ερμηνείες, στα θετικά στοιχεία της ταινίας πρέπει να προσθέσουμε και τη φωτογραφία που έχει τους χαρακτήρες να κινούνται περισσότερο στις σκιές παρά στο φως. Πάνω απ’ όλα όμως, η ομορφιά και η επιτυχία της ταινίας είναι ότι ο θεατής συμπάσχει με τους χαρακτήρες, καθώς και ότι τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται με μελοδραματικό τρόπο αλλά με απλότητα και αμεσότητα.

Σοφία Κυριλλίδου

Ο κινηματογράφος για εκείνη ήταν πάντα εκεί: Σα μαθήτρια -κρυφά από τους γονείς- νοίκιαζε ταινίες από το videoclub, σα φοιτήτρια σπούδασε κινηματογράφο. Άλλωστε, πάντα της άρεσαν τα ταξίδια!
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ