Πατέρας Αφέντης – Padre Padrone (1977)

Οργή, συγκίνηση, απορία, στοργή είναι λίγα μόνο από τα συναισθήματα που διακατέχουν το θεατή μέσω αυτής της τόσο ρεαλιστικής ιστορίας.






Σκηνοθεσία: Paolo Taviani, Vittorio Taviani
Σενάριο: Paolo Taviani, Vittorio Taviani βασισμένο στο βιβλίο του Gavino Ledda
Πρωταγωνιστούν: Omero Antonutti, Saverio Marconi, Fabrizio Forte, Marcella Michelangeli

Διάρκεια: 113’
Χώρα: Ιταλία

 

Το ιταλικό πνεύμα δε λέει να μας αφήσει τον τελευταίο καιρό, με μία ακόμα μεγάλη επιτυχία της γειτονικής χώρας να επανέρχεται στις σκοτεινές αίθουσες 35 χρόνια μετά. Η βραβευμένη με χρυσό φοίνικα ταινία των αδερφών Ταβιάνι έρχεται από το 1977 να μας σοκάρει και να μας φέρει πιο κοντά σε μια εποχή που μοιάζει μακρινή χωρίς να είναι και τόσο, με μια ιστορία σκληρή αλλά συγχρόνως τόσο μα τόσο ανθρώπινη. Το «Πατέρας Αφέντης» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, κάτι που οι δημιουργοί φροντίζουν να μας κάνουν γνωστό διά στόματος του πραγματικού πρωταγωνιστή της ιστορίας, ο οποίος επιλέγεται να ανοίξει και να κλείσει την ταινία, ενισχύοντας τα ήδη πολύ έντονα συναισθήματα που δημιουργούνται στο θεατή.

Ο μικρός Γκαβίνο (Φαμπρίτσιο Φόρτε) είναι μόλις έξι ετών όταν ο πατέρας του (Ομέρο Αντονούτι) τον παίρνει απ’ το σχολείο με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο, προορίζοντάς τον για βοσκό, ως το μεγαλύτερο παιδί που έχει υποχρέωση να συνεισφέρει στον αγώνα της οικογένειας ως προς το ζην. Οι μέθοδοι της εποχής ως προς τη διαπαιδαγώγηση και τη συνέτιση ενός μικρού παιδιού είναι λίγο πολύ γνωστές, με τον Γκαβίνο να μεγαλώνει στα βουνά της Σαρδηνίας παρέα με τα πρόβατα, το σκύλο και το ξύλο απ’ τον πατέρα του. Στα 20 του χρόνια που επιστρέφει απ’ το βουνό, δεν είναι παρά ένα φοβισμένο αγρίμι που εξακολουθεί να τρέμει τη σκιά του αυταρχικού γονιού του. Θέλει να φύγει απ’ το χωριό, η μοναδική φορά όμως που το καταφέρνει είναι όταν ο πατέρας του και πάλι αποφασίζει αντί γι’ αυτόν και τον στέλνει εθελοντή στο στρατό, ως μηχανικό ραδιοφώνων. Η πρώτη όμως αυτή φορά που ο νεαρός Γκαβίνο (Σαβέριο Μαρκόνι) βρίσκεται μακριά από την οικογένειά του είναι και καθοριστική, καθ’ ότι έρχεται σε επαφή με τον πολιτισμό, τη μουσική, τη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Τότε είναι που ο αναλφαβητισμός του γίνεται το μεγαλύτερο εμπόδιο απέναντι σε κάθε είδους δραστηριότητα. Τότε είναι που κάνει την επανάστασή του και θέτει ως στόχο να τελειώσει το σχολείο και να σπουδάσει, κόντρα για μία ακόμα φορά, στο μεγαλύτερο εμπόδιο που θα μπορούσε να κληθεί να αντιμετωπίσει, τον πατέρα του.

Οργή, συγκίνηση, απορία, στοργή είναι λίγα μόνο από τα συναισθήματα που διακατέχουν το θεατή μέσω αυτής της τόσο ρεαλιστικής ιστορίας. Οι αδελφοί Ταβιάνι μεταφέρουν με τον πλέον εύστοχο τρόπο την αυτοβιογραφία του Γκαβίνο Λέντα, συνδέοντας παρόν με παρελθόν απλά αλλά τόσο ευρηματικά, που προκαλεί αίσθηση. Βλέποντας τη φιγούρα του πραγματικού πρωταγωνιστή να προλογίζει, δημιουργείται η εντύπωση ότι εκείνος επιλέγει το πώς θα ειπωθεί η μικρή του ιστορία. Οι σκηνοθέτες κάνουν μια καταπληκτική δουλειά όσον αφορά τη λεπτομέρεια στην αποτύπωση των χαρακτήρων με έμφαση στη γλώσσα του σώματος. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα σκληρό αλλά απολύτως πετυχημένο, καθώς απογυμνώνει την πραγματικότητα και την παρουσιάζει με το αληθινό της πρόσωπο, χωρίς καμία προσπάθεια έμφασής της. Οι σκηνές είναι απλές, μουντές, με πολύ ωραία πλάνα του άγριου τοπίου της Σαρδηνίας. Η μεγαλύτερη όμως εστίαση γίνεται στις ανθρώπινες αντιδράσεις και στην παρακολούθηση της διαρκούς εναλλαγής μεταξύ θυμού και αγάπης, των δύο κυρίαρχων συναισθημάτων της ιστορίας.

Ο μικρός Φαμπρίτσιο Φόρτε στο ρόλο του εξάχρονου Γκαβίνο είναι απλά συγκλονιστικός, ενώ ο Ομέρο Αντονούτι δε θα μπορούσε να ενσαρκώσει πιο πετυχημένα τον αυταρχικό και οπισθοδρομικό πατέρα, που προκειμένου να σταθεί στο ρόλο του προστάτη την οικογένειας όπως εκείνος την έχει στο μυαλό του, δε διστάζει να βιαιοπραγήσει σε βάρος των παιδιών του και ακόμα χειρότερα, να τους στερήσει κάθε επιλογή για το μέλλον τους. Εξαιρετικός είναι και ο Σαβέριο Μαρκόνι στο ρόλο του ενήλικα πρωταγωνιστή, ο οποίος μεταμορφώνεται στην κυριολεξία από αγρίμι σε έναν ώριμο νέο, που βρίσκει τον τρόπο να κάνει την επανάστασή του και να απαλλαγεί από τη καταδυνάστευση του πατέρα του.

Για την ιστορία να πούμε ότι ο Γκαβίνο Λέντα καταφέρνει να σπουδάσει γλωσσολογία με ειδίκευση στις διαλέκτους της Σαρδηνίας και να αποκτήσει θέση επίκουρου καθηγητή σε πανεπιστήμιο της Σαρδηνίας. Με το βιβλίο του όμως και κατ’ επέκταση με την κινηματογραφική του μεταφορά, δεν καταφέρνει απλά να πει την ιστορία του, μια ιστορία που φαντάζομαι θα τον ακολουθεί και θα τον στοιχειώνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Το μεγαλύτερο του επίτευγμα είναι ότι καταφέρνει μέσα σ’ όλα να κάνει ένα ψυχογράφημα όλων των ανθρώπων που σημάδεψαν τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Δεν αρκείται στο να κρίνει τον πατέρα του, αλλά τον παρατηρεί και τον ψυχολογεί, όπως ακριβώς κάνει και για τον εαυτό του. Η ιστορία του είναι σκληρή αλλά ταυτόχρονα συγκινητική, φωτογραφίζοντας την εποχή, την κοινωνία και τις αντιλήψεις της, ενώ παράλληλα εκφράζει, όπως και ο ίδιος μας αποκαλύπτει, πάρα πολλούς ανθρώπους, που βλέπουν καθένας τη δική του ζωή μέσα από το έργο του.

Προσωπικά θεωρώ μια πολύ καλή ευκαιρία την επανέκδοση του «Πατέρας Αφέντης» για όποιον δεν την έχει δει, ως μια ταινία άγριας ομορφιάς, διαφορετικής κουλτούρας και φυσικά ως έργο δύο μεγάλων ονομάτων, όχι μόνο του Ιταλικού αλλά του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Είναι μια ταινία που αποτυπώνει την εποχή όχι μόνο στο πανί αλλά και ως τεχνοτροπία, που πραγματικά δε θα ξεχάσετε τόσο εύκολα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ