Περιφρόνηση

Η αέναη ψύχωση των Ελλήνων με τον γαλλικό κινηματογράφο

53 ολόκληρα χρόνια πριν, ο θρυλικός Jean-Luc Godard μας παραδίδει την «Περιφρόνηση» με τη Brigitte Bardot και το αδυσώπητο δίλημμα ενός σκηνοθέτη ανάμεσα στο εμπορικό και το «σινεφίλ»(ίσως τον πιο ηλίθιο ορισμό «ποιοτικού» κινηματογράφου στον κόσμο). Τόσες δεκαετίες μετά, αυτός ο παθογενής διαχωρισμός και η πάγια ανάγκη για ταμπελοποίηση στο ελληνικό γίγνεσθαι, συνεχίζουν να αφήνουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στον εγχώριο κινηματογραφικό μικρόκοσμο.

Το 2015, περί των σαράντα (40!) γαλλικών παραγωγών πραγματοποίησαν την εμφάνιση τους στα σινεμά της χώρας μας. Για να κάνουμε μία πρόχειρη σύγκριση, οι αντίστοιχες ιταλικές, βρετανικές και ισπανικές μαζί, δε φτάνουν τον ως άνω αριθμό. Που είναι το κακό, θα ήταν μια πρώτη εύλογη ερώτηση. Αρκεί μία ματιά στους τίτλους που παρέλασαν μπροστά στα –λιγοστά- μάτια των θεατών για να απαντηθεί. Μια πανστρατιά αφόρητων «προκάτ» κομεντί με γελοία υπόθεση, ακόμα πιο γελοίους ελληνικούς τίτλους και την εντύπωση πως στην Ελλάδα διοργανώνουμε αέναη ρετροσπεκτίβα του θεάρεστου έργου του Danny Boon –ή του Christian Clavier, ή της Sophie Marceau, διαλέξτε το όνομα που σας ταιριάζει.

Που είναι το κακό, ρωτά επίμονα η φωνή στο μυαλό μας, ο δικηγόρος του διαβόλου, απαραίτητος για να αποκτήσει έναν εσωτερικό διάλογο αυτό εδώ το κείμενο: «Όποιος δε θέλει, απλά δε τις βλέπει και τελείωσε η υπόθεση». Τα πράγματα, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Κάθε μία απ’αυτές τις ταινίες είναι προδιαγεγραμμένη να κάνει καριέρα (όσον αφορά τα σινεμά που θα προβληθεί, όχι τα εισιτήρια φυσικά), να της δοθεί εμπιστοσύνη και, εν τέλει, να αλλαχτεί έχοντας κλείσει τον αμφίβολο κύκλο της. Έχει ήδη καταλάβει τη θέση μίας ταινίας που ίσως να μας έδινε το κάτι παραπάνω, αλλά εκείνη δε «μιλούσε» γαλλικά, δεν ήταν από τη «μεγάλη κινηματογραφική σχολή», δεν είχε κουλτούρα κι ο ατέρμονος χορός των παρελθοντολαγνικών δεν, καλά κρατεί.

superchondriac-greek-poster

Στην αδιάκοπα μπερδεμένη ψυχοσύνθεση των πολλών στην Ελλάδα, οι χώρες έχουν ταυτιστεί σε κινηματογραφικά καλές-κακές κι όχι ο ίδιος ο κινηματογράφος. Υπάρχει η γαλλική κι η αμερικανική ταινία, ως προσδιορισμοί της ποιότητας και ουχί ως απλοί τόποι προέλευσης ενός αξιόλογου ή μη φιλμ. Γιατί, όμως, έχει ριζωθεί τόσο βαθιά μέσα στον κόσμο αυτή η πεποίθηση; Η εμμονική εξιδανίκευση του γαλλικού φιλμικού προϊοντος εντοπίζεται σε δύο άξονες: τη Nouvelle Vague (που, προφανώς, επηρέασε παγκόσμια και ενέτεινε τις ματιές στο παρελθόν εις το διηνεκές) και την “Amelie” που έπεισε το ευρύ κοινό πως η μαγεία αποτελεί γαλλικό προνόμιο. Σε συνδυασμό, α) με τη μανία καταδιώξεως του Έλληνα πως όλοι θέλουν να τον κοροϊδέψουν, αλλά αυτός δεν πιάνεται κορόιδο και β) τη γιγαντιαία γραμμή παραγωγής του Χόλιγουντ την οποία βλέπει ως τη μεγάλη, mainstream «χατζάρα» που καραδοκεί να κόψει τα κεφάλια όσων «αγαπούν το αγνό σινεμά μακριά από τα αδηφάγα στούντιο». Διακόπτουμε το πρόγραμμα μας για μία έκτακτη είδηση: μπορείς να αγαπάς άνευ όρων το σινεμά και να σου αρέσουν στουντιακές ταινίες με δεκάδες εκατομμύρια μπάτζετ που αναγάγουν την ψυχαγωγία σε τέχνη, και ανεξάρτητα αριστουργήματα που σε κάνουν να σκεφτείς και να «ταξιδέψεις» μέσα τους.

Πέρυσι, περίπου τέτοια εποχή, είχε ντεμπουτάρει στις αίθουσες το “Spy”, μία εκ των απολαυστικότερων κωμωδιών των τελευταίων χρόνων. Για να το πετύχεις σε θερινό σινεμά (ειδικά 1-2 βδομάδες μετά την έναρξη προβολής του), μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να διασκεδάσεις σε υπέροχο καλοκαιρινό περιβάλλον δηλαδή, έπρεπε να κάνεις ολόκληρο σαφάρι. Αντ’αυτού, είχαμε τη γαλλική «Χορωδία» με τον Ντάστιν Χόφμαν και παρόμοια φιλμ που πάντα συνοψίζονται με το μονολεκτικό «ευχάριστη». Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα γίνει με το «φρέσκο» The Nice Guys του Shane Black, μία πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, η οποία ωστόσο έχει ένα πολύ δυνατό πρώτο άνοιγμα σε αρκετούς θερινούς. Φυσικά, το «τυράκι» έγκειται στις επόμενες εβδομάδες και πως θα το αντιμετωπίσουν οι αίθουσες. Και προσοχή: μιλάμε για ταινίες με πολύ δυναμικά και marketable ονόματα. Αν πάμε σε πιο ανεξάρτητες κωμωδίες, οτιδήποτε μας έρχεται εκτός Γαλλίας, πάει αυτόματα straight-to-dvd: είναι δυνατόν να μην έχει προβληθεί ποτέ στους ελληνικούς κινηματογράφους η Cornetto Trilogy του Edgar Wright; Τρεις (οι δύο από τις καλύτερες κωμωδίες της τελευταίας 15ετίας) ταινίες που συνοψίζουν θαυμαστά την ποπ κουλτούρα και την αριστουργηματική παρώδηση διάσημων ταινιών, έχουν πάει κατευθείαν στο νεκροταφείο του DVD. To «Είναι Τρελοί Αυτοί οι Γάλλοι», προφανώς προβλήθηκε κανονικότατα στις αίθουσες.

Αυτή την εβδομάδα, προβάλλονται τα γαλλικά «Γλυκιά Απόδραση» και «Υπόθεση: Άγνωστο DNA». Τις επόμενες, μας έρχονται τα «Babysitting 2», «Οιδιπόδειο αλά Γαλλικά» και το «Έρωτας στα Τυφλά». Ακόμα δεν έχει μπει ο Ιούνιος. Άντε και καλά μας κουράγια.

Παναγιώτης Μήτσικας

Ο Παναγιώτης Μήτσικας είναι το νόθο παιδί του Woody Allen και του Fox Mulder. Τα τελευταία 5 χρόνια έχει ξεκινήσει ένα indie coming-of-age road trip, ώστε να ανακαλύψει τον εαυτό του.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ

SAE Digital Film Making