O Philip Seymour Hoffman και η σημαντικότερη ερμηνεία της καριέρας του

hoffman-capote_2810076kΓράφει ο Γιάννης Κανονάκης

Αφορμώμενος από τον ξαφνικό και εξαιρετικά δυσάρεστο (για όλη τη σινεφίλ κοινότητα) θάνατο του (πραγματικά) σπουδαίου Philip Seymour Hoffman, θεώρησα πως έπρεπε να επισκεφτώ ξανά μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του, στιγμή που του χάρισε το Όσκαρ Καλύτερης Ερμηνείας Α’ Αντρικού Ρόλου, μαζί με μία αφθονία παγκόσμια αναγνωρισμένων βραβείων (τόσο κριτικών όσο και της αμερικανικής κινηματογραφικής κοινότητας, όπως το Βραβείο Α’ Αντρικού Ρόλου από την Ένωση Κριτικών του Los Angeles και την Εθνική Ένωση Κριτικών των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και το Βραβείο Α’ Αντρικής Ερμηνείας της Βρετανικής Ακαδημίας, καθώς και τη Χρυσή Σφαίρα και το Βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών).

O Philip Seymour Hoffman αποτέλεσε έναν απ’ τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, ξεκινώντας με δευτεραγωνιστικούς ρόλους που έκλεβαν την παράσταση (ενδεικτικά μπορώ να απαριθμήσω τις υπέροχες συμμετοχές του σε φιλμ όμως το Boogie Nights, το Magnolia, το The Talented Mr. Ripley, το Almost Famous, το 25th Hour) και συνεχίζοντας με πρωταγωνιστικούς ρόλους που καθήλωσαν το σινεφίλ κοινό (το πολυβραβευμένο Capote, το μελαγχολικό indie The Savages, την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού Doubt, το πολυσήμαντο και σουρεαλιστικό Synecdoche, New York, και το εμβληματικό The Master του Paul Thomas Anderson).

Με την επιλογή των προαναφερθέντων ρόλων, μπορεί κανείς να διακρίνει μία τεράστια γκάμα στη φιλμογραφία του Hoffman. Μπορούσε να χειριστεί με εξίσου υπέροχο τρόπο τον ρόλο ενός εκκεντρικού εγωμανούς συγγραφέα («Capote»), την εκρηκτική, συναισθηματικά εκβιαστική κι αινιγματική προσωπικότητα του αρχηγού μίας αίρεσης («The Master»), τον μπερδεμένο κι ανασφαλή σκηνοθέτη («Synecdoche, New York»), τον αινιγματικό κι αμφισβητούμενης ποιότητας χαρακτήρα ιερέα («Doubt»), τον αφελή, χαριτωμένο και ντροπαλό Scotty J. (“Boogie Nights”) κ.ο.κ. Με τέτοιο εύρος διαφορετικών και πολυδιάστατων χαρακτήρων που ενσάρκωσε, ο Hoffman αποδείκνυε επανειλημμένως τον υποκριτικό χαμαιλέοντα που έκρυβε μέσα του.

Επισκεπτόμενος για δεύτερη φορά, μετά από πολλά χρόνια, την ταινία “Capote” του Bennett Miller (όπου ο Philip Seymour Hoffman ερμήνευσε με τεχνική ακρίβεια και συναισθηματική ένταση τον πασίγνωστο αμερικανό συγγραφέα Truman Capote), συνειδητοποίησα πως το φιλμ δεν αποτελούσε μία απλή αφορμή για έναν φόρο τιμής σε αυτό τον εξαιρετικό ηθοποιό, αλλά μία ουσιαστική διερεύνηση ενός αινιγματικού γεγονότος, που στοίχειωσε την αμερικανική κοινωνία και φώτισε τις κρυμμένες πλευρές της μεγάλης κι εκκεντρικής προσωπικότητας του Capote.

Ο Bennett Miller (στην πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα για την οποία τιμήθηκε με υποψηφιότητα Καλύτερης Σκηνοθεσίας από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου) προσέγγισε το υλικό του με έναν προφανώς αντι-αμερικανικό (για τα δεδομένα της συνήθους «αμερικανικής» (ή μάλλον χολιγουντιανής) κινηματογράφησης) τρόπο: ανέλαβε το βιογραφικό υλικό του Truman Capote, το παρασκηνιακό και διαδικαστικό υλικό που αφορούσε στη συγγραφή του σημαντικότερου λογοτεχνικού έργου του Capote (το «Εν Ψυχρώ», το οποίο θεωρείται κι απ’ τα σπουδαιότερα αμερικανικά κείμενα του 20ου αιώνα), αλλά δεν περιορίστηκε σε ηθικολογίες ή σε μία επιφανειακή και «πρόδηλη» προσέγγιση, όπως είναι σύνηθες στα αμερικανικά βιογραφικά φιλμ. O Miller εστίασε σε μία προσωποκεντρική προσέγγιση, απογυμνώνοντας την ιστορία από ενδεχόμενα κλισέ, τετριμμένους σκηνοθετικούς χειρισμούς και θορυβώδεις «κλιμακώσεις». Αυτό που δημιούργησε είναι ένα εξαιρετικά προσεγμένο, ψυχρό και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο έργο, που παρατηρεί με κυνικό αλλά παράλληλα συναισθηματικά αποχρωματισμένο ύφος ποικίλες θεματικές που διαπλέκονται μεταξύ τους.

cap3Αρχικά, ο Miller – έχοντας ως απαραίτητη θεμελιώδη βάση το αξιόλογο και σύνθετο σενάριο του Dan Futterman που βρέθηκε επίσης υποψήφιο για Όσκαρ για την εξαιρετική προσαρμογή στη φιλμική γλώσσα της βιογραφίας “Capote” του Gerald Clarke – επικεντρώνεται στην εκκεντρική και bigger than life προσωπικότητα του ομοφυλόφιλου διακεκριμένου συγγραφέα Truman Capote. Σε ένα δεύτερο επίπεδο οι Miller και Futterman διεισδύουν στην προβληματική που προκλήθηκε σε κοινωνικό (και ηθικό) επίπεδο και κατακερμάτισε την τότε αμερικανική κοινωνία: το αιματηρό έγκλημα και «ξεκλήρισμα» μίας ολόκληρης οικογένειας στην επαρχία του Κάνσας, την προσωπικότητα των δύο δραστών και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή την αποτρόπαια εγκληματική ενέργεια. Τόσο η εξιχνίαση της εμβληματικής προσωπικότητας του Capote όσο και η παρασκηνιακή διερεύνηση του στυγερού εγκλήματος ακολουθούν – βήμα-βήμα – μία σταθερώς παράλληλη σεναριακή και σκηνοθετική ανάπτυξη, καθώς ο Truman αντιλαμβάνεται πως η άντληση πληροφοριών από τους καταδικασθέντες δράστες θα οδηγήσει τον ίδιο στη συγγραφή ενός πρωτοποριακού (για τα δεδομένα) λογοτεχνικού έργου, που θα προσεγγίσει τον εγκληματία από μία διαφορετική οπτική, περισσότερο ανθρώπινη και λιγότερο κριτική-καταδικαστική. Ένα υβρίδιο λογοτεχνικής γραφής και δημοσιογραφικής καταγραφής δεδομένων (συνοδευόμενο από ωμές και κυνικές περιγραφές συμβάντων και λεπτομερειών της εγκληματικής πράξης), το οποίο, βάσει της αμετάκλητης πεποίθησης του Capote, θα άλλαζε τα έως τότε λογοτεχνικά πρότυπα. Έτσι, ο Capote αποφασίζει να προσεγγίσει τους δύο εγκληματίες, με την υπόσχεση πως θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγουν τη θανατική ποινή. Σταδιακά, ο Capote αποκτά μία ιδιαίτερα στενή σχέση με έναν εκ των δύο δραστών, τον Perry Smith (που τον ενσαρκώνει με ερμηνευτική οικονομία και ακρίβεια ο αξιόλογος Clifton Collins Jr.) κι έτσι παρακολουθούμε τους δύο αυτούς ανθρώπους (εξόριστους, ο καθένας για τους διαφορετικούς λόγους) να ρίχνουν φως ο ένας στην προσωπικότητα (και το παρελθόν) του άλλου.

Παράλληλα όμως με τη διερεύνηση των αιτιών που οδήγησαν στη τέλεση του εγκλήματος, καθώς και την έρευνα της προσωπικότητας του Perry Smith, εγείρονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα όσον αφορά τη ψυχοσύνθεση και τους «σκοπούς» του Capote. Πράγματι ενδιαφέρεται για τους δράστες ή αυτή η προσέγγιση αποτελεί έναν αμιγώς υποκριτικό μηχανισμό, προκειμένου να αποσπάσει τις πληροφορίες που έχει ανάγκη για την ολοκλήρωση του συγγραφικού του έργου; Υπάρχουν ηθικά όρια ή επιτρέπεται ακόμη κι αυτή η τρόπον τινά «δόλια» προσέγγιση χάριν της τέχνης (εν προκειμένω της λογοτεχνίας); Ο Capote στην ουσία αναζητά τη δόξα, την υστεροφημία και τον πλούτο ή (έστω εν μέρει) πράγματι ταυτίζεται με την προβληματική παιδική ηλικία του Smith; Είναι διακριτά τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, μπορεί να ισχύσει στην συγκεκριμένη περίπτωση το γνωστό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», υπάρχουν ηθικοί φραγμοί (και διλήμματα) απ’ την πλευρά του Capote και μέχρι ποιο βαθμό μπορούν να θυσιαστούν για «απώτερους» εγωϊστικούς σκοπούς; Μήπως εν τέλει η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση όλων των παραπάνω;

Σε ένα επόμενο – ευρύτερο και κοινωνικό – επίπεδο, εξερευνώνται ερωτήματα όπως οι ηθικές αξίες και τι οδηγεί στην απώλεια αυτών, οι λόγοι που οδηγούν στη διενέργεια μίας εγκληματικής πράξης, τη σημασία των (οικογενειακών, παιδικών) βιωμάτων και το πώς διαμορφώνουν την προσωπικότητα του ατόμου (και αν, φυσικά, αποτελούν τον αποκλειστικό ή τον εύκολο-προφανή δικαιολογητικό λόγο της οποιασδήποτε αποκλίνουσας συμπεριφοράς), τη σημασία του κοινωνικού γίγνεσθαι, τη σαθρή θεμελίωση μίας κοινωνίας που υποκρίνεται απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό κ.ο.κ.

Σε αυτή τη μεταιχμιακή κατάσταση βρίσκεται το φιλμ του Bennett Miller, το οποίο εγείρει πολλά ερωτήματα, αλλά δίνει εξαιρετικά περιορισμένες απαντήσεις. Μέσα απ’ τη μινιμαλιστική κι αφαιρετική σκηνοθετική προσέγγιση, τα μουντά χρώματα, την (σχεδόν) υποτονική και βαριά ατμόσφαιρα, και τον ελλειπτικό χαρακτήρα τόσο της κινηματογράφησης όσο και του σεναρίου, διανύει ολόκληρη αυτή τη ψυχική διαδρομή που ακολούθησε ο νάρκισσος και σαρωτικός Truman Capote, μέχρι την ολοκλήρωση του «Εν Ψυχρώ».

philip-seymour-hoffman-capote_0r_1024x748Βεβαίως ο Miller καταπιάνεται με πολλές θεματικές, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα μάλλον συγκεχυμένο ως προς τον χειρισμό των επιμέρους. Αυτό, σαφώς, δε σημαίνει πως στερείται ουσίας ή προβληματισμού (το αντίθετο μάλιστα). Αλλά, αναμφίβολα, ο Miller – αν και μας έδωσε μία από τις δυνατότερες και πιο προσεγμένες στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου το έτος του 2005 – δε διαθέτει ακόμη τη σκηνοθετική πείρα για μία ακόμη διεισδυτικότερη και ωριμότερη διερεύνηση των ζητημάτων που τον απασχολούν.

Το έργο παραμένει αμφιλεγόμενο ως προς την ερμηνεία της συμπεριφοράς του Truman Capote, των κινήτρων, της συναισθηματικής «αταξίας» και ψυχικών του διακυμάνσεων, του αινιγματικού παρελθόντος, των προσωπείων που χρησιμοποιούσε στην καθημερινή του συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, το τίμημα της δόξας, τους (ενδεχόμενους) ηθικούς φραγμούς, και τα παραπάνω είναι ακριβώς τα συστατικά εκείνα στοιχεία που καθιστούν το έργο κάτι πολύ παραπάνω από μία βιογραφική κινηματογραφική προσέγγιση.

Συνοδοιπόρος σε όλο αυτό το ηθικά, καλλιτεχνικά και ψυχικά δύσβατο για τον Capote μονοπάτι βρίσκεται η σπουδαία λογοτέχνης και φίλη του Nelle Harper Lee (έγραψε το άλλο σπουδαίο και βραβευμένο με Pulitzer έργο «To Kill a Mockingbird”), η οποία βρίσκεται μεν στο πλάι του αγαπημένου της φίλου, αλλά αντιμετωπίζει τα γεγονότα με επιφυλακτικότητα, ρεαλισμό και σοφία. Είναι η φωνή της λογικής στο φιλμ και η αποστασιοποιημένη, σχεδόν σιωπηλή της στάση αναδεικνύει τον μάλλον ηθικότερο χαρακτήρα του έργου. Η Catherine Keener είναι αποκάλυψη (ήταν υποψήφια και για το Όσκαρ Ερμηνείας Β’ Γυναικείου Ρόλου), καθώς δημιουργεί μία περσόνα η οποία καταφέρνει και στέκεται (χωρίς να επισκιάζεται) δίπλα στην εκκωφαντική και θορυβώδη μορφή του Truman Capote, και μέσα από τη στατικότητα, την παρατηρητικότητα και τη διακριτική της εκφραστικότητα, δημιουργεί έναν πραγματικά ανθρώπινο, προσεγγίσιμο χαρακτήρα. Η προσέγγισή της είναι εγκεφαλική, η ερμηνεία της λιτή, φυσική και εξαιρετικά σύνθετη. Αποτέλεσε – για μένα τουλάχιστον – τη μεγαλύτερη έκπληξη του εν λόγω φιλμ. Το να βρεθεί κανείς δίπλα στην εκρηκτική ερμηνεία του Philip Seymour Hoffman, χωρίς “αβανταδόρικες” σκηνές και να δώσει μία τόσο πλήρη, ολοκληρωμένη και ευφυή ερμηνεία απαιτεί πολύ ταλέντο και η Keener, για άλλη μία φορά, το απέδειξε.

cap4Παρ’ όλα αυτά, πυρήνας του έργου είναι ο Truman Capote και το φιλμ δε θα μπορούσε να επιτύχει τίποτε από τα παραπάνω εάν δεν υπήρχε ο Philip Seymour Hoffman. Με μία ερμηνεία που έχει ήδη θεωρηθεί ως μία απ’τις σημαντικότερες όλων των εποχών, ο Hoffman είναι σαρωτικός, καθώς χειρίζεται το υλικό του με τον ίδιο πολυεπίπεδο τρόπο που τον χειρίζεται ο σκηνοθέτης του. Ο Hoffman συνθέτει έναν χαρακτήρα φαινομενικά επιφανειακό, εγωπαθή, ενοχλητικό, που θέλει να αποτελεί το αντικείμενο προσοχής όλων όσοι βρίσκονται στον κύκλο γνωριμιών του. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, προσδίδει περισσότερες διαστάσεις, καθώς το προσωπείο αυτό αρχίζει να σπάζει, φανερώνοντας αδυναμίες, ευαισθησίες και απωθημένα. Αυτή η «αδύναμη» εσωτερική πτυχή του Capote, όμως, δεν δικαιολογεί τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τις καταστάσεις και χειραγώγησε ανθρώπους για να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του. Και ο Hoffman δε διστάζει να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που, παρά την εσωτερική σύγκρουση και φθορά που υπόκειται απ’ την ενασχόληση με αυτό το τραγικό συμβάν, είναι αρκετές φορές αδικαιολόγητα σκληρός, κυνικός και εγωκεντρικός. Το τίμημα της δόξας αποδείχθηκε σκληρό για τον Capote (πέθανε έχοντας χάσει την περιουσία του – και τους «φίλους» του – μετά από προβλήματα υγείας λόγω αλκοολισμού), και ο Hoffman – χωρίς να υπερβάλει ούτε στιγμή παρά την άψογη τεχνικά ερμηνεία του σε λεπτομέρειες όπως οι κινήσεις και η ομιλία του Capote – παρουσιάζει όλες αυτές τις ποικίλες πλευρές του χαρακτήρα του με ειλικρίνεια κι εκκωφαντική υποκριτική δύναμη. Το ταλέντο αυτού του σπουδαίου ανθρώπου εκφράστηκε με μοναδικό τρόπο και ο Truman Capote του θα μείνει αξέχαστος στην ιστορία του κινηματογράφου.

Μετά την ανακοίνωση του τραγικού χαμού του, το συμπέρασμα είναι ένα: η φιλμική παρακαταθήκη που μάς άφησε είναι αναμφισβήτητα πολύτιμη, κι ο χαμός του μία πραγματικά ανεπανόρθωτη απώλεια για τον σύγχρονο αμερικανικό κινηματογράφο. Όσο έχουμε ερμηνείες-διαμάντια όπως αυτή στο διακριτικό και χαμηλόφωνο «Capote», δε θα σταματήσουμε ποτέ να θαυμάζουμε και να εμπνεόμαστε από αυτό το τεράστιο υποκριτικό ταλέντο που άκουγε στο όνομα Philip Seymour Hoffman. Προσωπικά (και είμαι σίγουρος πως όλοι οι απανταχού σινεφίλ θα συμφωνήσουν), δε θα ξεχάσω όλες τις υπέροχες στιγμές που μας χάρισε με τις ερμηνείες του. Και το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω είναι να επανεπισκεφτώ μία απ’ τις σημαντικότερες δουλειές (και όχι μόνο αναφορικά με την εκπληκτική αλάνθαστη ερμηνεία του) της καριέρας του.

Σ’ ευχαριστούμε για όσα μας έδωσες.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ