Στα Όρια – Rampart (2011)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντoνή
Σκηνοθεσία: Oren Moverman
Σενάριο:James Ellroy, Oren Moverman
Πρωταγωνιστούν:Woody Harrelson, Ben Foster, Robin Wright
Διάρκεια: 108’
Χώρα: Η.Π.Α.

 

Ο Dave Brown (Woody Harrelson) είναι ένας βετεράνος αστυνομικός του Rampart Division, του αστυνομικού τμήματος του Los Angeles, αλλά είναι επίσης και ρατσιστής, βίαιος, σεξιστής, μισάνθρωπος και διεφθαρμένος μέχρι το μεδούλι. Όταν για κακή του τύχη μια κάμερα καταγράψει τον ξυλοδαρμό που υφίσταται ένας πολίτης από εκείνον (ο άνδρας είχε την ατυχία να εμπλακεί σε ένα τρακάρισμα με τον Brown), τότε η κοινωνική κατακραυγή θα πέσει πάνω του βαριά και οι ανώτεροί του θα πιέσουν την κατάσταση προκειμένου να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα. Ο ίδιος μη θέλοντας (και ίσως μη μπορώντας πια) να πάει κόντρα στη φύση του, θα συνεχίσει να μεθοκοπάει, να παίρνει ναρκωτικά και να πηδάει όμορφες δικηγόρους όπως η Linda (Robin Wright). Την ίδια στιγμή θα προσπαθήσει όπως όπως να κρατήσει τα κομμάτια της οικογενειακής του ζωής ενωμένα, φροντίζοντας τη φήμη του απέναντι στις δυο του κόρες, τις οποίες απέκτησε από δυο διαδοχικούς γάμους, με δυο…αδελφές με τις οποίες παρόλα αυτά εξακολουθεί να διατηρεί σεξουαλικές επαφές όταν και όποτε του κάνει κέφι. Γιατί έτσι είναι ο Dave Brown. Bad to the bone.

Ο σκηνοθέτης Oren Moverman δίνει ακόμη μια ευκαιρία στον Harrelson να λάμψει, έπειτα και από την πρώτη τους συνεργασία στο «The Messenger» (2010) για την οποία ο Τεξανός ηθοποιός ήταν υποψήφιος για Oscar ΄Β Αντρικού Ρόλου. Στο πλευρό του βρισκόταν και ο Ben Foster, τον οποίο συναντούμε και στο Rampart στον ρόλο ενός σακάτη αστέγου με τον οποίο έχει συμφεροντολογικά πάρε δώσε ο κακός αστυνομικός του Harrelson.

Η αλήθεια είναι πως η ταινία στερείται των περιπετειωδών σεκάνς και της ακατάπαυστης δράσης όπως αυτά τα γνωρίζουμε από αναλόγου περιεχομένου films, παρόλα αυτά φαίνεται πως έτσι κι αλλιώς ο στόχος των σεναριογράφων, και κατ’επέκταση του σκηνοθέτη, δεν είναι αυτός. Το Rampart αποτελεί μια κλασική περίπτωση ταινίας-ψυχογραφήματος του κεντρικού ήρωα, η οποία εν προκειμένω ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την παραβατικότητα ενός οργάνου της τάξης. Το γεγονός μάλιστα πως ο Moverman αποδομεί ολοκληρωτικά την εν δυνάμει ‘ηρωική’ συμμετοχή του πρωταγωνιστή, στον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν αφήνει περιθώρια στον θεατή να αποδώσει την επικίνδυνα διαμορφωμένη προσωπικότητα του Brown, στο δύσκολο και τραγικό του παρελθόν, αλλά φαίνεται να τον παρουσιάζει περισσότερο ως ξεπεσμένο ‘ήρωα’, μιας διαστρεβλωμένης περί πατριωτισμού και αμερικανικού ιδεώδους, αντίληψης. Στο κάτω, κάτω όπως λέει και ο ίδιος “I am not a racist. Fact is, I hate all people equally”. That covers pretty much everything.

Ο Moverman βάζει την καθαρά κοινωνικής πρόελευσης, υπόθεσή του να εξελιχθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και συγκεκριμένα το 1999, γεγονός που έρχεται και κλειδώνει με την ολίγον παλιακή σκηνοθεσία του. Ο διαρκής και καυτός ήλιος του Los Angeles παίζει-εκτός από την κυριολεκτική του-και σε μια ακόμη μεταφορική βάση, δυναμιτίζοντας τις καταστάσεις, προσφέροντας αγνά, ζεματιστά χρώματα (σχεδόν καμμένα) στην οθόνη και δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο το ξέσπασμα καραδοκεί. Τα φλουταρισμένα backgrounds και η ρέουσα κίνηση της κάμερας, προσδίδουν απλά μεγαλύτερο ρεαλισμό, αναπαριστώντας την καθημερινότητα του ήρωα μέσα και από την πιο μικρή της λεπτομέρεια.

Το cast που έχει συγκεντρωθεί είναι εντυπωσιακό, καθώς συναντάμε πολλά και γνωστά ονόματα σε μικρούς ρόλους, όπως τη Sigourney Weaver, τον Steve Buscemi, τη Cynthia Nixon (τη τηλεοπτική Miranda του Sex and the City), καθώς και την Anne Heche. Παρόλα αυτά αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής είναι έτσι κι αλλιώς ο Harrelson. Με μια δόση από την νεοϋορκέζικη τρέλα του Harvey Keitel στο «Bad Lieutenant» του 1992, και μια από την γνήσια, ασιατική αγριότητα του Takeshi Kitano στο «Violent Cop» (1989), o Harrelson δημιουργεί ένα τέλειο μίγμα κακού μπάτσου και προβληματικού οικογενειάρχη, που μπορεί να μη προσφέρει κάτι το ολοκληρωτικά καινούριο, παρόλα αυτά δίνει στον χαρακτήρα του την πυγμή, τα κότσια και την τσάμπα αγριάδα που απαιτούνται. Και ο Harrelson με τον αυτάρεσκο προγναθισμό του, το κάνει απλά εξαιρετικά.

Το «Rampart» είναι ένα καλοστημένο δράμα, με μεστές ερμηνείες και μηδενική action πλοκή, οπότε αν κάποιος προτιμά τις περιπέτειες μάλλον η ταινία δεν θα είναι του γούστου του. Παρόλα αυτά αποτελεί σίγουρα μια από τις καλές κινηματογραφικές επιλογές της εβδομάδας. Ψάξτε την.

 

 

Πού παίζεται

Ισχύει για την πρώτη βδομάδα προβολής (28 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 2012)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ