Σκέψεις πάνω στον πρώτο κύκλο του «Luke Cage»

«Ο κόσμος ήταν έτοιμος για ένα μαύρο αλεξίσφαιρο άντρα»

Ο Luke Cage είναι ο τρίτος κατά σειρά ήρωας της συνεργασίας Netflix- Marvel που συστήνεται στους τηλεθεατές, μετά τους Daredevil και Jessica Jones. Αργότερα, μέσα στο 2017, θα ακολουθήσει ο Iron Fist που θα ολοκληρώσει την τετράδα υπερηρώων με το όνομα “Defenders”.

(Προσοχή το κείμενο περιέχει spoilers!)

Ο Cage, γεννημένος Carl Lukas, είναι ένας Αφροαμερικανός άντρας με αδιαπέραστο δέρμα και υπερφυσική δύναμη που έκανε την πρώτη εμφάνιση του στον κόσμο των κόμικ το 1972, ως απάντηση στο κίνημα blaxploitation. Η origin ιστορία του ήρωα λέει πως φυλακίστηκε για ένα έγκλημα που δε διέπραξε, στη φυλακή πήρε μέρος σε ένα πείραμα παρά τη θέληση του, το πείραμα πήγε στραβά και κάπως έτσι απέκτησε τις δυνάμεις του και το alias “Powerman”. Σύμφωνα με τα πρώτα κόμικ, ο Cage προσέφερε την προστασία του σε ανθρώπους με αμοιβή, κάτι που άλλαξε αργότερα μαζί και με την ηθική του χαρακτήρα που θέλει απλά να κάνει το σωστό και να βοηθήσει τους συνανθρώπους του.

Η εποχή που προβλήθηκε η σειρά δε θα μπορούσε να είναι πιο κομβικής σημασίας, ειδικά για την Αμερική. Ήδη από πέρσι με την καμπάνια #oscarssowhite ξεκίνησε ένας διάλογος για τα δικαιώματα της κοινότητας των Αφροαμερικανών στη βιομηχανία του θεάματος και όχι μόνο, και κάποια σημαντικά βήματα έγιναν προς το καλύτερο, έστω και αν είναι κάπως βεβιασμένα και δεν ξέρουμε αν θα έχουν μακροχρόνια αποτελέσματα. Το καστ της σειράς, λοιπόν, απαρτίζεται κυρίως από Αφροαμερικανούς ηθοποιούς και η επιτυχία (σε τηλεθέαση) της σειράς αποδεικνύει ότι ένα τέτοιο καστ μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε θεατή, γεγονός που αυτόματα την καθιστά σημαντική για την τηλεοπτική ιστορία. Επιπλέον, οι αναφορές στην κουλτούρα της συγκεκριμένης κοινότητας είναι άπειρες, από γνωστούς αθλητές του μποξ μέχρι πολιτικά πρόσωπα, και μπορεί όλα αυτά να κουράζουν κάποιους θεατές που δεν έχουν οικειότητα με αυτές τις αναφορές, αλλά αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη σημασία τους. Ίσως μια μικρή ένσταση που θα είχαμε είναι ότι αυτό το στοιχείο κάνει μερικές σκηνές να «τραβάνε» σε διάρκεια. Εντέλει, όμως, τo Χάρλεμ αγκαλιάζει τη σειρά και η σειρά αγκαλιάζει τα πολιτιστικά στοιχεία που έχει να προσφέρει το ιστορικό Χάρλεμ. Το αποτέλεσμα, άκρως ρεαλιστικό.

luke-cage-marvel_0

Δε γίνεται να μην αναφερθούμε σε κάποια μέλη του καστ, ξεκινώντας από τον πρωταγωνιστή Mike Colter, ο οποίος είχε ήδη εντυπωσιάσει από την εμφάνιση του στο “Jessica Jones”. Ο Colter είναι χαρισματικός και καταφέρνει να ισορροπεί με ευκολία ανάμεσα στις κωμικές και στις πιο σοβαρές στιγμές. Ακόμα όμως πιο εντυπωσιακοί είναι οι «κακοί» της σειράς, οι οποίοι είναι πολύ καλογραμμένοι: Στα πρώτα επεισόδια ο Mahershala Ali υποδύεται τον γκάνγκστερ και ιδιοκτήτη του κλαμπ Harlem’s Paradise, Cornell “Cottonmouth” Stokes και από τη μέση του κύκλου και έπειτα, ο Erik LaRay Harvey ως Willis “Diamondback” Stryker κάνει την εμφάνιση του. Ο πρώτος είναι ένας άντρας που τη μία στιγμή μπορεί να μιλάει ήπια και την άλλη να τιμωρεί κάποιον με τις γροθιές του, ενώ για το δεύτερο αρκεί να πούμε ότι «γυαλίζει το μάτι του». Αν θα θέλαμε να κριτικάρουμε κάτι αυτό θα ήταν το επαναληπτικό και κάπως ενοχλητικό γελάκι του Ali. Πάντως, ο συγκεκριμένος ηθοποιός εμφανίζεται σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της σειράς, όταν πλησιάζει στην κάμερα όσο πρέπει για να μείνει πάνω από το κεφάλι του η κορώνα από το κάδρο πίσω του (άλλη μια αναφορά, στο κάδρο βλέπουμε το ράπερ The Notorious B.I.G. ο οποίος δολοφονήθηκε το 1997 και προοικονομεί εδώ το τέλος του Stokes.)

ct214rowgaq9gky

Φυσικά, δεν είναι όλα «ρόδινα». Η σειρά πάσχει από προβλήματα πλοκής. Πιο συγκεκριμένα, ό,τι συμβαίνει δεν οδηγεί σε μια κλιμάκωση και οι σκηνές είναι χαλαρά δεμένες μεταξύ τους, με κάποια γεγονότα να εμφανίζονται ως τυχαία και όχι ως συνέπεια κάποιας πράξης που προηγήθηκε. Επιπλέον υπάρχει και η τάση κάτι να λέγεται παρά να δείχνεται. Όταν ο Cage τραυματίζεται από μια σφαίρα που μπορεί να τον σκοτώσει, μένει σε αυτήν την κατάσταση για τρία επεισόδια και άρα σαν χαρακτήρας στο παρασκήνιο. Έτσι η σειρά χάνει για λίγο το focus της και κάνει «κοιλιά». Επίσης, το παράλληλο μοντάζ άλλες φορές λειτουργεί και άλλες όχι.

Η σειρά δίνει βήμα σε πολλούς γυναικείους χαρακτήρες, που μερικές φορές όχι απλά επισκιάζουν αυτούς του αντίθετου φύλου, αλλά εμφανίζονται πιο δυναμικές και αποφασισμένες από αυτούς, ενώ κατέχουν υψηλά ιστάμενες θέσεις. Για παράδειγμα, έχουμε τη Misty Knight (την υποδύεται η Simone Missick), την αστυνομικό που μπορεί να οπτικοποιήσει οποιαδήποτε σκηνή εγκλήματος και δε σταματάει μέχρι να φτάσει στην αλήθεια. Στην πλευρά των «κακών» βλέπουμε τη Alfre Woodard στο ρόλο της  Mariah Dillard, ξαδέρφης του Stokes και  διεφθαρμένης πολιτικού, μια γυναίκα αποφασισμένη να κάνει να πάντα για να μείνει στην κορυφή. Η Woodard είναι εκπληκτική ηθοποιός και ξεχωρίζει, ειδικά στις συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές. Τέλος, και σε αυτή τη σειρά εμφανίζεται ο σύνδεσμος των τριών σειρών, η συνήθης ύποπτη Rosario Dawson στο ρόλο της πρώην- πλέον- νοσοκόμας Claire Temple που σώζει τον Cage ουκ ολίγες φορές και γίνεται φίλη του (ίσως να γίνει και κάτι περισσότερο;).

luke-cage-claire-temple

Για αυτούς που ψάχνουν να βρουν συνδέσεις με το υπόλοιπο σύμπαν της Marvel, δε λείπουν οι αναφορές στους Avengers και στο “The incident” (η μάχη της Νέας Υόρκης με τους Avengers εναντίον του Λόκι). Στο τέλος του “Luke Cage”, η Claire υπονοεί ότι θα φέρει σε επικοινωνία τον Cage με το Matt Murdock, να και κάτι που περιμένουμε πως και πως! Πάντως θα θέλαμε μια σύνδεση με τη Jessica Jones, ίσως μια καμέο εμφάνιση της Krysten Ritter που την υποδύεται. Η σχέση που είχαν αναπτύξει οι δυο υπερήρωες φαινόταν πολύ δυνατή για να μην υπάρχει ούτε μια αναφορά σε αυτή. Ο χαρακτήρας του Cage μοιάζει να κάνει reboot εδώ, κάτι που αρχικά τουλάχιστον σίγουρα θα κάνει κάποιους να απορήσουν.

Όσον αφορά τη θεματολογία της σειράς, δε λείπουν οι υπαινιγμοί για τις διακρίσεις που γίνονται από τους λευκούς προς τους Αφροαμερικανούς, ειδικά όπου εμπλέκεται η αστυνομία (βλέπε την καμπάνια #BlackLivesMatter). Ίσως θα θέλαμε ένα πιο ηχηρό σχόλιο πάνω σε αυτό, αλλά εντάξει, παρακολουθούμε μια σειρά δράσης και όχι μια κοινωνική σειρά. Όπως και ο Daredevil, o Cage είναι κατά της βίας, κάτι που είναι πολύ ενδιαφέρον, σε μια εποχή που σχεδόν όλες οι σειρές/ταινίες έχουν πρωταγωνιστές που βρίσκονται συνέχεια με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Ο Cage δέχεται τα πυρά, εξοργίζεται και η άμεση αντίδραση του είναι η επίδειξη της δύναμης του, όμως όχι με μπουνιές, αλλά με το να λυγίζει τα όπλα του εχθρού (ίσως ένα έμμεσο σχόλιο για την οπλοκατοχή και τις συνέπειες της στην Αμερική;)

Κάτι που ξεχωρίζει το “Luke Cage” από τις προηγούμενες δυο σειρές είναι η μουσική. Στο soundtrack συμμετέχουν κομμάτια των Wu Tang Clan και Nina Simone, αλλά και live ηχογραφήσεις των Faith Evans, Raphael Saadiq και Charles Bradley. Funk, jazz, και hip-hop «ζωντανεύουν» σκηνές μάχης που αλλιώς θα έμοιαζαν πιο συνηθισμένες.

Κλείνοντας λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η σειρά έχει τα ελαττώματά της και ανάλογα με τα γούστα του καθενός είτε θα αρέσει είτε δε θα αρέσει. Πάντως, στο περασμένο Comic-Con ο δημιουργός της σειράς Cheo Hodari Coker είπε ότι ο κόσμος ήταν έτοιμος για έναν αλεξίσφαιρο μαύρο άντρα. Και απ’ότι φαίνεται είχε δίκιο.

NEW YORK, NY - MAY 23: Mike Colter, Erik LaRay Harvey as "Diamondback" filming big fight scene in Marvel Studios "Luke Cage" on May 23, 2016 in New York City. (Photo by Steve Sands/GC Images)

Σοφία Κυριλλίδου

Ο κινηματογράφος για εκείνη ήταν πάντα εκεί: Σα μαθήτρια -κρυφά από τους γονείς- νοίκιαζε ταινίες από το videoclub, σα φοιτήτρια σπούδασε κινηματογράφο. Άλλωστε, πάντα της άρεσαν τα ταξίδια!
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ

SAE Digital Film Making