Σκοτεινές Ψυχές – Anime Nere (2014)

Είναι γεγονός πως οι Ιταλοί ξέρουν να φτιάχνουν καλές γκανγκστερικές ταινίες

 ★★★½☆ 

Σκηνοθεσία: Francesco Munzi
Σενάριο: Francesco Munzi, Gioacchino Criaco (βασισμένο στο βιβλίο του)
Πρωταγωνιστούν: Marco Leonardi, Fabrizio Ferracane, Barbora Bobulova
Διάρκεια: 109′
Χώρα: Ιταλία/Γαλλία
Διανομή: NEO Films

9770b2c2ff6f2382cf3ba733463bf23e-anime-nereΤο σκοτεινό ψυχολογικό δράμα που έκανε πρεμιέρα πριν δυο χρόνια στο Φεστιβάλ Βενετίας, σαρώνοντας έκτοτε τα βραβεία σε όλα τα Ιταλικά Φεστιβάλ που προβλήθηκε, έρχεται και στους κινηματογράφους της χώρας μας (είχε προβληθεί και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2014).

Η ιστορία αφορά τρία αδέρφια, μέλη του εγκληματικού συνδικάτου ‘Ndrangheta της Καλαβρίας, στη Νότια Ιταλία. Ο χαρισματικός Luigi είναι ο μικρότερος από τους τρεις και αυτός που εμπλέκεται περισσότερο με τις παράνομες επιχειρήσεις. Δουλεύει μαζί με το μεγαλύτερο και πιο σοβαρό αδερφό του Rocco, ο οποίος εκτελεί χρέη λογιστή. Στους δυο θείους του εμφανίζεται, ζητώντας μια θέση δίπλα τους, ο νεαρός και παρορμητικός Leo, προκαλώντας την οργή του πατέρα του και μεγαλύτερου αδερφού Luciano, που έχει αποσυρθεί στο βουνό βόσκοντας πρόβατα. Οι πράξεις του Leo θα ξυπνήσουν μια παλιά έχθρα με μια άλλη εγκληματική οικογένεια και θα ξεκινήσουν μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις, με δραματικές συνέπειες για όλους.

Η ταινία, η οποία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Gioacchino Criaco και είναι σκηνοθετημένη από το Francesco Munzi, θυμίζει ελληνική τραγωδία, με τους λιγομίλητους ήρωες της που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την καταστροφή. Το πιο ισχυρό της όπλο πάντως, είναι η αυθεντικότητα που εκπέμπει.

Η ιστορία ίσως σοφά αποφεύγει την περίπλοκη δομή του “Gomorra” του Matteo Garrone, αλλά η εικονογραφία δεν είναι τόσο αξιομνημόνευτη. Αποτελεί σίγουρα μια καλογυρισμένη ταινία, όμως πέρα από τη μεγάλη καλλιτεχνική αξία της, δε φαίνεται να έχει πολύ μεγάλο βάθος στη θεματική της. Επιπλέον, στα αρνητικά, το ότι οι γυναικείοι ρόλοι, αν και δυναμικοί, μένουν πάντα στο περιθώριο.

Από ‘κει και πέρα, η εγκρατής νατουραλιστική ηθοποιία των πρωταγωνιστών (γνωστοί κυρίως από τη δουλειά τους στο θέατρο) και των ερασιτεχνών ηθοποιών που τους πλαισιώνουν, σε συνδυασμό με τα πανέμορφα τοπία των βουνών Aspromonte, δίνουν την εντύπωση πως παρακολουθούμε μια πραγματική μαφιόζικη οικογένεια. Ο νεο-ντοκιμαντερίστικος τρόπος κινηματογράφησης και το εθνογραφικό ενδιαφέρον της ταινίας για τα έθιμα ενός ξεχασμένου τόπου, την καθιστούν υψηλής αισθητικής αξίας. Αν και βραδυφλεγής, αν και βασίζεται σε βλέμματα και σιωπές, η ταινία δεν κάνει κοιλιά, ίσα ίσα, γίνεται καλύτερη όσο περνάει η ώρα. Το τέλος είναι μεν ανοιχτό, αλλά δύσκολο να το προβλέψει ο θεατής.

Μακριά από τις αμερικάνικες ταινίες του είδους, που διαδραματίζονται σε μεγαλουπόλεις και είναι γεμάτες δράση, εδώ ο Munzi εκμεταλλεύεται άψογα το βουκολικό σκηνικό του ξεχασμένου μικρού χωριού Africo, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα. Το setting δίνει μια υπόσταση γοητευτική σε μια κατά τα άλλα απλή ιστορία βεντέτας. Η φωτογραφία αναδεικνύει και μεταφορικά και κυριολεκτικά τις πιο σκοτεινές αποχρώσεις της ιστορίας, με γκρι ουρανούς και μαύρα πεζοδρόμια από τη βροχή. Χωρίς να ωραιοποιεί, λοιπόν, τους πρωταγωνιστές, η ταινία δε δείχνει κανένα θαυμασμό για τους γκάνγκστερ. Τέλος, η σκηνοθεσία είναι λιτή και μένει μακριά από μελοδραματισμούς, παρά τα όσα διαδραματίζονται.

Μια «βαριά» ταινία, όχι ότι καλύτερο για την εποχή, θα ανταμείψει όμως όσους την επιλέξουν.

Σοφία Κυριλλίδου

Ο κινηματογράφος για εκείνη ήταν πάντα εκεί: Σα μαθήτρια -κρυφά από τους γονείς- νοίκιαζε ταινίες από το videoclub, σα φοιτήτρια σπούδασε κινηματογράφο. Άλλωστε, πάντα της άρεσαν τα ταξίδια!
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*