Κάθε Στιγμή Μετράει – Still Alice (2014)

Το Still Alice έχει τίμιες προθέσεις και σέβεται τον θεατή

 ★★★½☆ 

Σκηνοθεσία: Richard Glatzer, Wash Westmoreland
Σενάριο: Richard Glatzer, Wash Westmoreland, Lisa Genova(βασισμένο στο βιβλίο της)
Πρωταγωνιστούν: Julianne Moore, Kristen Stewart, Kate Bosworth
Διάρκεια: 99
Χώρα: ΗΠΑ
Διανομή: Feelgood

1Η Alice είναι καθηγήτρια γλωσσολογίας που ζει ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Σιγά σιγά διαπιστώνει πως αρχίζει να ξεχνάει κάποιες λέξεις ή τη διαδρομή της όταν κάνει jogging. Οι εξετάσεις θα δείξουν πρόωρη εμφάνιση Alzheimers… Αυτό συνεπάγεται όχι μόνο την αρχή του τέλους της πολυαγαπημένης της καριέρας, αλλά και τη σταδιακή απώλεια του πολυτιμότερου «αγαθού» της: του μυαλού και της σκέψης της. Η επόμενη περίοδος είναι καθοριστική για αυτήν και την οικογένεια της…

Την ταινία σκηνοθετούν οι Richard Glatzer και Wash Westmoreland που θα μπορούσαμε να πούμε ότι αξιοποιούν το σεναριακό υλικό που έχουν με σεβασμό και ορθολογική αντιμετώπιση. Οι ίδιοι ανέλαβαν και την μετατροπή του βιβλίου της Lisa Genova σε σενάριο. Η σκηνοθετική ματιά επικεντρώνεται -και απολύτως φυσιολογικά- στην Alice, ενώ ο ρυθμός και οι γωνίες της κάμερας είναι οι αναμενόμενες, χωρίς να προσφέρουν το κάτι παραπάνω.

Στο ρόλο του συζύγου της Alice συναντάμε τον Alec Baldwin που ερμηνεύει έναν «αληθινό» άνθρωπο και αποφεύγει τη μανιέρα του γλυκανάλατου καλού ή εκνευριστικά κακού ήρωα. Σημαντικότατος χαρακτήρας είναι επίσης η αποξενωμένη και wannabe-ηθοποιός μικρότερη κόρη, την οποία ερμηνεύει γενναία η Kristen Stewart, ίσως στην καλύτερη μέχρι σήμερα εμφάνισή της. Η χημεία της με την μητέρα της, Alice, είναι σε αρκετά σημεία το επίκεντρο της ιστορίας και αποδεικνύει πως ορισμένα άτομα -που ίσως κάποιος δεν θα υποψιαζόταν- κρύβουν το ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη κατάσταση.

Φυσικά όμως, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, η ταινία ανήκει δικαιωματικά στην Julianne Moore. Έχοντας κερδίσει συνολικά 23 βραβεία (έως τώρα…) για την ερμηνεία της -συμπεριλαμβανομένων των Oscar, Χρυσή Σφαίρα, SAG και Bafta- αποτελεί κάτι παραπάνω από απλά έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν αναλώνεται σε καμία περίπτωση σε αναίτια ξεσπάσματα και μεταπτώσεις και αποτελεί την ψυχή της ταινίας. Καταφέρνει να γίνει η Alice, με μια σχεδόν βιωματική προσέγγιση.

Το Still Alice έχει τίμιες προθέσεις και σέβεται τον θεατή. Με τη σωστή ροή καταφέρνει να επικεντρώνεται σε μικρές αλλά ουσιαστικές λεπτομέρειες. Σίγουρα ικανό να φέρει δάκρυα στα μάτια μεγάλης μερίδας του κοινού, πετυχαίνει διάνα στο να παρουσιάσει μια δυσάρεστη αλλά αληθινή κατάσταση. Μπορεί να είναι twist ή και όχι κάτι που συμβαίνει προς το τέλος της ταινίας, αλλά σίγουρα θα σε βάλει σε σκέψεις για το τι θα ήταν προτιμότερο να συμβεί σε αυτή την περίπτωση…

Γράφει η Μαρίνα Βερλέκη

 ★★★☆☆ 

Η αλήθεια είναι ότι η ασθένεια ξεκλειδώνει τις υποκριτικές πόρτες. Η χρόνια ασθένεια μάλιστα, φαίνεται να κέρδισε τα δύο μεγαλύτερα Όσκαρ φέτος, αυτά του Α’ Ανδρικού και Α’ Γυναικείου ρόλου. Το ένα πήγε στη σωματική πάθηση και το άλλο στη νοητική.

Η Alice Howland, μια ψύχραιμη κι επιτυχημένη καθηγήτρια γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο Columbia της Ν.Υόρκης αρχίζει να ξεχνάει πράγματα γύρω στα 50στά γενέθλιά της, μέχρι να διαγνωστεί με Αλτσχάιμερ. H Alice είναι παντρεμένη με τον πολυάσχολο επίσης ακαδημαϊκό John (Alec Baldwin), με τον οποίο κι έχουν τρία ενήλικα παιδιά, την Anna (Kate Bosworth) τον Tom (Hunter Parrish) και την επίδοξη ηθοποιό Lydia (Kristen Stewart) . Ωστόσο, αυτή δεν είναι μια παραδοσιακή ταινία του Hollywood που έχει να κάνει με κάποια ασθένεια, η οποία φέρνει όλη την οικογένεια μαζί και τους ενώνει περισσότερο – ή τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που νομίζετε.

Δεν είναι τόσο ένα οικογενειακό δράμα, όσο ένα θρίλερ επιβίωσης, στο οποίο η Alice παραπαίει και ναυαγεί, προσπαθώντας απελπισμένα να πιαστεί από στερεό έδαφος, είτε αυτό είναι μια ανάμνηση (βλ. τις σκηνές στην παραλία με τη μητέρα και την αδελφή της γυρισμένες σε Super 8), είτε ένα πρόσωπο, είτε απλώς το κινητό της τηλέφωνο – στο οποίο αυτή συμπληρώνει καθημερινά ένα quiz για να τεστάρει τη μνήμη της. Από την πρώτη στιγμή που της διαφεύγει από το μυαλό κάτι μικρό, μέχρι τον ιλιγγιώδη αποπροσανατολισμό της και την ενδεχόμενη διάβρωση μιας ολόκληρης προσωπικότητας, είμαστε βυθισμένοι στην πάλη της Alice, η οποία είναι όσο πιο προσωπική γίνεται.

Ο σύζυγός της και τα παιδιά της είναι υποστηρικτικοί και της έχουν αδυναμία. Μετά τη διάγνωση της ασθένειας της Alice όμως, μια κάπως απίθανη και πολύ συγκινητική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ αυτής και της κόρης της Lydia, της οποίας τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες η Alice μέχρι στιγμής υποβάθμιζε, αλλά τώρα αποδεικνύουν την αξία τους. Οι δυο τους έχουν μια σειρά από πολύ όμορφες ερμηνευτικά σκηνές – ιδιαίτερα η τελευταία σκηνή της ταινίας σε συνεπαίρνει ονειρικά σχεδόν. Η Lydia, μια νεαρή ηθοποιός που προσπαθεί να κυνηγήσει μια καριέρα στο Λος Άντζελες, συζητά με τη μητέρα της, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω skype, με μια τρυφερότητα και με κάποιες αντιπαραθέσεις που ανταποκρίνονται στις περισσότερες σχέσεις μεταξύ μητέρας και κόρης. Η Lydia μάλιστα είναι η μόνη από τα παιδιά της Alice που δεν την αντιμετωπίζει ώς άρρωστηκαι ασχολείται μαζί της επειδή η ίδια το επιθυμεί, κι όχι επειδή η μητέρα της την έχει ανάγκη σε αυτή τη φάση της ζωής της.

H Stewart στο ρόλο της Lydia είναι άνετη, αλλά χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη παλέττα εκφράσεων και τόνων που έχει χρησιμοποιήσει ήδη πολύ στους τελευταίους της ρόλους ( βλ. Camp X-Ray, The Clouds of Sils Maria), αλλά δεν μπορούμε να την κατηγορήσουμε (ακόμα) γι’αυτό μιας και σε όλους αυτούς τους ρόλους που της έχουν ανατεθεί , το ύφος της, αν και σχεδόν απαράλλαχτο μονίμως, λειτουργεί υπέρ της και συνάδει με τον εκάστοτε χαρακτήρα που υποδύεται.

Η ερμηνεία της Moore τώρα, εσωτερικεύει την «πάλη» που εξετάζεται μπροστά στα μάτια μας : μια επίθεση στην ευφυΐα της είναι μια επίθεση στην προσωπικότητά της. Η Moore δίνει μια πανέμορφη και πολύ συναισθηματική/συμπονετική παράσταση, η οποία και της απέδωσε το Όσκαρ που κέρδισε επάξια. Σκεφτείτε όμως τη ζοφερή και συνάμα ειρωνική πραγματικότητα του γεγονότος ότι μια 54χρονη ηθοποιός με τη λάμψη και το ταλέντο της (που έχει περίτρανα αποδείξει και σε παλαιότερους ρόλους) χρειάστηκε να παίξει μια γυναίκα με Αλτσχάιμερ, για να κρατήσει εντέλει το χρυσό αγαλματάκι – και αυτό λέει πολλά φυσικά για τον τρόπο που η κινηματογραφική βιομηχανία καθορίζει τις προτεραιότητές της.

Στον ίδιο το χαρακτήρα της Moore δηλαδή έγκειται η δύναμη και η αδυναμία του “Still Alice”, στη μελέτη ενός χαρακτήρα, ο οποίος φαίνεται να είναι και ο μοναδικός της ταινίας εντέλει – ο μοναδικός στον οποίο δίνεται βάθος. Έτσι η ταινία δεν φαίνεται κατά τη διάρκειά της να ανεβαίνει σκαλιά και να κάνει πρόοδο, αλλά μάλλον εξατμίζεται, αφήνοντας έτσι ανέπαφη στη μνήμη μας μόνο την κεντρική της ερμηνεία. Οι άνθρωποι που πλαισιώνουν την Alice είναι απλά σκίτσα και φαίνεται ξεκάθαρα το ότι έχει ακολουθηθεί η τακτική του μεγάλου boost της κεντρικής ερμηνείας προκειμένου να εκσφενδονιστεί στα βραβεία. Είναι μια τακτική που καθιστά την ταινία καλύτερη απ’ότι όντως είναι (καλύτερα μια ταινία με μέτρια υπόθεση αλλά εξαιρετικές ερμηνείες, παρά μια ταινία με έξυπνη υπόθεση, αλλά μέτριες/κακές ερμηνείες – οι ηθοποιοί κάνουν την ταινία άλλωστε), αλλά δεν είναι αρκετά αποτελεσματική ώστε το “Still Alice” να ξεφύγει από τις επιτηδευμένες και αναληθείς ρίζες του.

Με λίγα λόγια, η ιστορία που μας διηγείται είναι θλιβερή και (προσπαθεί να είναι) ειλικρινής, και μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί η Julianne Moore κέρδισε ένα Όσκαρ, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι ακόμα ένα βιομηχανικό μελόδραμα που δεν μεταφέρει το μέγεθος του πόνου που αξίζει στην ηρωίδα.

Δημήτρης Βαρελάς

...μικρός έπεσε στη χύτρα με τις ταινίες... έκτοτε καμία θέληση εξόδου...
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ