Συνέντευξη με τη Lucy Dawkins και τον Tom Readdy

Η σκηνοθέτιδα του "My Secret World: The Story of Sarah Records" σε μία συζήτηση γύρω από τη θρυλική δισκογραφική

Μια μέρα πριν την προβολή της ταινίας «My Secret World: The Story of Sarah Records» στις Νύχτες Πρεμιέρας, συνάντησα τους δημιουργούς της για να κουβεντιάσουμε το αποκαλυπτικό ντοκυμαντέρ τους, συντροφιά όμορφης μπύρας. Εύχομαι με την επόμενη ταινία τους, να τα ξαναπούμε.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος: Η ταινία που φτιάξατε είναι πιστεύω εξίσου όμορφη με τη μουσική για την οποία μιλάει.

Lucy Dawkins: Σ’ ευχαριστούμε πολύ, βέβαια εκείνη την περίοδο για πολλούς η μουσική της Sarah Records ήταν απαίσια.

Γ.Κ.Π.: Ναι, μάλιστα ένας δημοσιογράφος του NME (σ.σ.: ένα από τα σημαντικότερα μουσικά περιοδικά του κόσμου) λέει στην ταινία για ένα από τα συγκροτήματά της πως: «Αυτό δεν είναι μουσική, είναι καρκίνος.» Ομολογώ πως γέλασα πικρά σ’ αυτό το σημείο.

L.D.: Ακριβώς, ήταν φοβερά μοχθηροί.

Tom Readdy: Μου φαίνεται πραγματικά περίεργο πόσο ακραία ήταν η αντίδραση του τύπου (σ.σ.: ως προς τη Sarah Records συνολικά). Το NME έγραφε κριτική για πόσα; Δέκα singles τη βδομάδα; Δεν ήταν καν υποχρεωμένοι να μιλήσουν γι’ αυτήν, θα μπορούσαν απλά να την προσπεράσουν.

L.D.: Κατά έναν τρόπο βέβαια, είναι καλό που οι δίσκοι της εταιρίας έπαιρναν κακές κριτικές γιατί έτσι ο κόσμος γνώριζε πως υπήρχαν εκεί έξω. Οποιαδήποτε διαφήμιση, είναι καλή διαφήμιση. Επίσης πιστεύω πως στο μουσικό τύπο άρεσε να μισεί κάποια πράματα.

Γ.Κ.Π.: Έχει να κάνει ίσως και με τη μουσική που επικρατούσε εκείνη την περίοδο (σ.σ.: cool britannia/ britpop, grunge), η οποία δεν είχε καμία σχέση με αυτήν της Sarah Records. Κι έτσι ήταν πράγματι, όπως λέει ο τίτλος, ένας «μυστικός κόσμος». Έκαναν τα δικά τους, κι έτσι κατόρθωσαν να βρίσκονται στο προσκήνιο αργότερα.

L.D.: Στην ουσία δε χρειάζονταν το μουσικό τύπο, γιατί δεν εξαρτιόνταν από αυτόν. Επειδή λοιπόν δεν είχαν κανενός είδους έλεγχο πάνω στη δισκογραφική, τους έδινε την ευκαιρία να γράφουν κακές κριτικές. Και σίγουρα εκνευρίζονταν που παρόλα αυτά ο κόσμος εξακολουθούσε να αγοράζει τους δίσκους της και να στέκεται αλώβητη.

Γ.Κ.Π.: Δεν είχαν ούτε τμήμα προώθησης του υλικού τους, όπως οι υπόλοιποι. Στην ουσία το μόνο που έκαναν ήταν να στέλνουν κάθε νέο δίσκο στον John Peel (σ.σ.: θρυλικός ραδιοφωνικός παραγωγός) ελπίζοντας πως θα παίξει τη μουσική τους.

T.R.: Δεν έκαναν το ίδιο παιχνίδι με τους άλλους στη μουσική βιομηχανία, όπως εξάλλου είχαν συνηθίσει οι δημοσιογράφοι. Δεν ήταν καν στο Λονδίνο (σ.σ.: η έδρα της Sarah Records ήταν το Μπρίστολ), γεγονός που μάλλον δεν τους βοήθαγε ιδιαίτερα στο να πλησιάσουν τα μέσα ενημέρωσης, αφού δε σύχναζαν στα αντίστοιχα μέρη με αυτούς.

L.D.: Ακόμα και αυτό είναι ένας λόγος για τον οποίο γύρισα το ντοκυμαντέρ. Ό,τι έχω βάλει στην ταινία, αιτιολογεί τις προθέσεις μου. Είναι όλα όσα έκαναν διαφορετικά από τους άλλους. Ήταν εντελώς ενάντιοι στη μουσική βιομηχανία της εποχής, αλλά και στην πολιτική, στο σεξισμό.

Γ.Κ.Π.: Πάνω σε αυτό το θέμα θα ήταν η επόμενη ερώτησή μου. Βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον, και ήταν κάτι που δε γνώριζα, το πόσο και πώς η εταιρία ήταν πολιτικά συνειδητοποιημένη. Με τον τρόπο που π.χ. ήταν και το punk, αλλά σε μια indie εκδοχή.

L.D.: Ναι, ήταν πιο.. ρομαντικοί θα έλεγα.

Γ.Κ.Π.: Ακόμη και το όνομα που επέλεξαν ήταν μια συνειδητή απόφαση.

L.D.: Ήθελαν μια γυναικεία ταυτότητα μέσα σε μια ανδροκρατούμενη μουσική βιομηχανία. Με αυτόν τον τρόπο ήταν σα να δείχνουν την περίτρανη απείθειά τους σε όλα όσα πρέσβευε το κατεστημένο. Σα να λένε: «Θα το κάνουμε αυτό, με το δικό μας τρόπο.»

Γ.Κ.Π.: Δε χρησιμοποιούσαν γυναίκες στα εξώφυλλα..

L.D.: ..ακριβώς, ενώ σε indie δίσκους πάντα θα βρεις γυναίκες. Είτε είναι η Brigitte Bardot είτε γυναίκες του ’60, τέτοιου είδους πράματα.

Γ.Κ.Π.: Βρήκα επίσης ευφυές και αστείο ταυτόχρονα το πώς αντιμετώπιζαν το CD. Η Claire (σ.σ.: Wadd, συν-ιδρύτρια της Sarah Records με τον Matt Haynes) λέει στην ταινία πως ήταν ένα προνόμιο των αστών. Γι’ αυτό και τύπωναν αποκλειστικά σε βινύλιο. Και είναι λογικό, αφού τότε το CD μόλις είχε κυκλοφορήσει και «έπρεπε» να αγοράσεις CD players για να τα ακούσεις κ.ο.κ.

L.D.: Μα έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ ακριβά τότε. Σκέψου ένα βινύλιο κόστιζε περίπου 6 πένες, ενώ ένα CD 15. Ό,τι έκαναν τότε ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους.

d9f63ae921148050156265d45050c9b7

Γ.Κ.Π.: Αναλογιζόμενος την πολιτική διάσταση της εταιρίας, μου ‘ρθε στο μυαλό μια κουβέντα που είχα διαβάσει και έλεγε πως ίσως το καλύτερο που έφερε η Θάτσερ, ήταν ο ίδιος ο αγώνας εναντίον της (σ.σ.: η εταιρία ιδρύθηκε το 1987, την 8η χρονιά της Θάτσερ στην εξουσία).

L.D.: Αυτό είναι αλήθεια, όλοι ήταν δημιουργικοί γιατί πάλευαν ενάντια σε κάτι. Τότε τα πράματα στην πολιτική ήταν χωρισμένα, άσπρο-μαύρο: είτε ήσουν δεξιός, είτε αριστερός. Ενώ σήμερα είναι περισσότερο.. γκρι.

Γ.Κ.Π.: Ίσως να βαδίζουμε προς μια άσπρη-μαύρη κατάσταση ξανά.

L.D.: Μακάρι! (γέλια) Πολλές δισκογραφικές πάντως τότε, δεν έπαιρναν ξεκάθαρη πολιτική θέση. Εκτός από περιπτώσεις όπως των Crass (σ.σ.: μπάντα που έπαιζε αναρχικό punk, και κυκλοφορούσε η ίδια τους δίσκους της), όπου πια είχες να κάνεις με κάτι απολύτως πολιτικοποιημένο.

T.B.: Είναι ενδιαφέρον που ο Matt (σ.σ.: Haynes) αναφέρει τους Crass ως τη δισκογραφική με την οποία βρίσκει τις περισσότερες ομοιότητες με τη Sarah Records, παρόλο που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση.

L.D.: Οι περισσότεροι τους είχαν παρεξηγήσει, τους χαρακτήριζαν ως «twee» (σ.σ.: σε ελεύθερη μετάφραση, φλώρους), και στη συνέχεια αυτό εξελίχθηκε σε κάτι που δεν αφορούσε την ουσία της εταιρίας, ούτε αυτό που έκαναν τότε. Γι’ αυτό και ήταν σημαντικό για μένα μ’ αυτήν την ταινία να αποκαταστήσω την πραγματικότητα του τι σήμαινε η Sarah Records. Για να αποκτήσουν επιτέλους το σεβασμό που τους αναλογεί.

Γ.Κ.Π.: Η Claire και ο Matt πώς αντέδρασαν αρχικά στις προθέσεις σας να φτιάξετε αυτήν την ταινία;

T.B.: Ήταν κάπως διστακτικοί στην αρχή, γιατί δε θέλουν να ανακατεύουν το παρελθόν αλλά να το αφήνουν ως έχει. Όμως όταν γνώρισαν τη Lucy, νομίζω κατάλαβαν ότι στην ουσία ήμαστε όλοι στην ίδια πλευρά, και η διάθεση ήταν ειλικρινής απέναντί τους.

L.D.: Τους είπα πως πρέπει να βάλουμε τα πράματα στη θέση τους, και προφανώς θα εκθειάσουμε όλη αυτήν την εκπληκτική μουσική που κυκλοφόρησαν. Οι ίδιοι εξάλλου λένε την ιστορία.

Γ.Κ.Π.: Πώς αποφάσισες ότι θα έχεις αυτούς στον πυρήνα της αφήγησης, γύρω από τις κυκλοφορίες που εξέδιδαν κάθε φορά;

L.D.: Η εταιρία έβγαλε 100 δίσκους κι ύστερα έκλεισε. Γνωρίζοντας αυτό, ήθελα οπωσδήποτε να είναι σαν ένα ταξίδι από τον πρώτο δίσκο ως τον 100ό. Ταυτόχρονα, έτσι είχαμε τον ιδανικό τρόπο να συστήνουμε το κάθε συγκρότημα.

Γ.Κ.Π.: Το αρχειακό υλικό πώς το βρήκες;

L.D.: Αυτό ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Επειδή είχαμε μηδενικό budget, όλη μας η έρευνα έγινε μέσω των social media. Ρωτάγαμε διάφορους, ζητάγαμε υλικό λέγοντας το λόγο για τον οποίο το είχαμε ανάγκη. Και ήταν απίστευτη η ανταπόκριση που βρήκαμε, οι οπαδοί είχαν γίνει πια μέρος της παραγωγής. Έτσι αποδίδαμε φόρο τιμής και στην ίδια τη Sarah Records, καθώς για εκείνους οι οπαδοί ήταν ένα οργανικό κομμάτι, απαραίτητο για την ύπαρξή της.

Τ.Β.: Σήμερα σε όποια συναυλία κι αν πας, θα είναι κάποιος που θα έχει ένα κινητό για να τραβάει το συγκρότημα. Τότε έπρεπε να είσαι πραγματικά αφοσιωμένος, να κουβαλήσεις ολόκληρο εξοπλισμό και μια μεγάλη κάμερα για να γυρίσεις μια συναυλία.

Γ.Κ.Π.: Ακούγοντας όλα αυτά, αλλά φυσικά βλέποντας την ταινία, δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι πόσο προφανής είναι ο λόγος που οι άνθρωποι ασχολούνται με κάτι σαν κι αυτό. Είναι η θέληση να ζεις μέσα από αυτό το οποίο αγαπάς.

L.D.: Ναι, αυτό συνέβαινε στη Sarah Records, δεν έβαζαν ποτέ προτεραιότητα το κέρδος της εταιρίας εις βάρος της μουσικής. Έφτασαν τους 100 δίσκους, κι ύστερα σταμάτησαν. Τέλειο!

Γ.Κ.Π.: Πιστεύεις πως υπάρχουν σήμερα δισκογραφικές που κάνουν ή μπορούν να κάνουν κάτι παρόμοιο;

L.D.: Από την εμπειρία της indie σκηνής που έχω εγώ, κανείς που ξέρω δεν κερδίζει χρήματα από αυτό, ή έστω σε ελάχιστους συμβαίνει. Κι αυτό γιατί το κάνουν από αγάπη για τη μουσική. Για παράδειγμα ο Sean Price της Fortuna POP! δουλεύει παράλληλα. Από την άλλη ίσως αυτό να ήταν ένας από τους λόγους που μπάντες της Sarah Records, όπως οι Field Mice, δεν πήγαν ποτέ παραπέρα. Τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να ξοδεύουν χρόνο στο στούντιο, σε μεγαλύτερους χώρους κ.λπ.

Γ.Κ.Π.: Αν κάτι καταφέρνει αυτή η ταινία, είναι μετά το τέλος της να σε προκαλεί να αναζητήσεις όλα αυτά τα συγκροτήματα και να ακούσεις ό,τι έχουν ηχογραφήσει. Όταν συμβαίνει αυτό, στο δικό μου μυαλό ο στόχος έχει επιτευχθεί.

L.D.: Αυτό ήταν που ήθελα κι εγώ να πετύχω με την ταινία. Να είναι ο κόσμος ενήμερος για αυτό που ήταν η Sarah Records, και είμαι ιδιαιτέρως χαρούμενη που η ταινία προβάλλεται σε φεστιβάλ ανά τον κόσμο, από την Αργεντινή μέχρι την Ελλάδα. Αυτή είναι η επιβράβευσή μας, και νιώθουμε μεγάλη χαρά. Αν βλέποντας το ντοκυμαντέρ ο κόσμος εμπνέεται, πάει να βρει τη μουσική, έχουμε κάνει τη δουλειά μας.

Γ.Κ.Π.: Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, και ελπίζω η ταινία να προβληθεί σε γεμάτη αίθουσα!

L.D. & T.B.: Κι εμείς σε ευχαριστούμε, να ‘σαι καλά!

Ευχαριστώ το φίλο Φοίβο Συμεωνίδη, χωρίς τη βοήθεια του οποίου η συνέντευξη αυτή δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Δυσκολεύεται πολύ να γράψει το βιογραφικό του, κι ελπίζει τα κείμενά του να είναι καλύτερα από αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*