Το “tabu” της κλασικής μυθοπλασίας

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Είναι πολύ εύκολο για κάποιους να απορρίψουν ως «ψευτοκουλτουριάρικες» και ακατανόητες τις ταινίες που δεν ακολουθούν την κλασική γραμμική αφήγηση. Είναι εξίσου εύκολο για κάποιους άλλους από την αντίπερα όχθη να τοποθετήσουν τυχαίες εικόνες και σκηνές στη σειρά, χωρίς κανένα σκεπτικό, και να βαφτίσουν το αποτέλεσμα «συνειρμικό» κινηματογράφο. Το πιο δύσκολο απ’ όλα όμως είναι να επενδύσεις σε ατόφια τέχνη, μακριά από γραμμικότητες, αλλά να διατηρήσεις την τεχνική, την εμμονή στην μαστορία και την σκηνοθεσία σε αψεγάδιαστο επίπεδο.

Αυτό κατόρθωσε κατά την ταπεινή γνώμη αυτής της στήλης ο Miguel Gomes με το “Tabu”, μία από τις ταινίες με την καλύτερη σκηνοθεσία, την καλύτερη φωτογραφία, τα καλύτερα κάδρα που αντικρίσαμε την χρονιά η οποία μόλις πέρασε.

Δυστυχώς, λίγοι τυχεροί την παρακολούθησαν στο φετινό ΦΚΘ, και δύσκολα θα την ξαναδούμε σε μεγάλη οθόνη στα μέρη μας. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν και άλλα μέσα να την εντοπίσει κανείς, και να αφεθεί στην παρακολούθηση ενός δίωρου masterclass σύνθεσης κάδρου και σκηνοθετικής μαεστρίας.

Η ταινία ξεκινά με έναν πρόλογο, ένα ολιγόλεπτο απόσπασμα «ντοκιμαντερίστικης» αισθητικής, στο οποίο η αφήγηση του ίδιου του σκηνοθέτη ακολουθεί την πορεία ενός εξερευνητή στα βάθη της Αφρικής, προς την αυτοχειρία.

Στην συνέχεια ξεκινά το πρώτο μέρος της ταινίας, με τίτλο “Paradise Lost”, για να ακολουθηθεί από το δεύτερο, με τίτλο “Paradise”. Ο Gomes μάς παραπέμπει ευθέως (και ανεστραμμένα) στην ταινία “Tabu” του Murnau, που γυρίστηκε 80 χρόνια πριν και ήταν χωρισμένη στα αντίστοιχα «κεφάλαια».

Το πρώτο μέρος της ταινίας παρακολουθεί τις ζωές ενός γυναικείου τριγώνου: της «καλής σαμαρείτισσας» Pilar, της γερασμένης και γεμάτης προκαταλήψεις Aurora και της Αφρικανής οικονόμου της, της Santa. Στο νεκροκρέβατό της, η Aurora ζητά να δει έναν παλιό της γνωστό, τον οποίο οι άλλες δύο γυναίκες εντοπίζουν, για να περάσουμε μέσω της αφήγησής του από την Λισαβόνα του ’50 στην αποικιοκρατική Μαύρη Ήπειρο λίγες δεκαετίες πριν, και από το πρώτο μέρος της ταινίας στο δεύτερο.

Στον «Παράδεισο», παρακολουθούμε την συνύπαρξη της Aurora με τον σύζυγό της και τον εραστή της στην φάρμα της στις παρυφές του όρους Tabu στην Αφρική.

Λίγη σημασία έχει το πρώτο επίπεδο της αφήγησης, όμως, όταν όλα τα παραπάνω αποδίδονται με τέτοια κάδρα.

Το ασπρόμαυρο είναι υποδειγματικό, λειτουργεί τέλεια όχι μόνο ως αντιπροσωπευτικό μιας παλαιότερης εποχής, αλλά και αισθητικά: Οι αντιθέσεις, το chiaroscuro, οι σκιές στα πρόσωπα, η υποβλητικότητα της ατμόσφαιρας που επιβάλλει το B&W μοιάζει μαγική.

Φανταστείτε μια έκθεση φωτογραφίας, όπου θα περάσετε μπροστά από μερικές δεκάδες υπέροχες φωτογραφίες. Αναλογιστείτε πόση δουλειά «έριξε» ο φωτογράφος και πόσα στιγμιότυπα τράβηξε για να καταλήξει στις φωτογραφίες της έκθεσής του. Φανταστείτε τώρα πόση προσοχή επέδειξε ο Gomes για να περάσουν μπροστά από τα μάτια μας 24 τέλειες φωτογραφίες ανά δευτερόλεπτο, επί δύο ώρες. Μια τεράστια, απολαυστική, καταιγιστική έκθεση ασπρόμαυρης φωτογραφίας – αυτό είναι το “Tabu”.

Μοιάζει να ξεχνάμε – και εμείς ως θεατές, αλλά και οι περισσότεροι σκηνοθέτες- πως αυτό είναι όχι απλώς το ιδανικό, αλλά το αυτονόητο της δουλειάς ενός κινηματογραφιστή: Κάθε καρέ που περνά μπροστά από το μηχάνημα προβολής να είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να είναι.

Η συμμετρία του κάδρου. Οι αντιθέσεις.

Η σωστή οπτική.

Η κατάλληλη χρήση του κοντινού.

Η αιχμαλωσία του βλέμματος και η καθοδήγηση του δικού μας μέσα από τις κατευθύνσεις και τις νοητές γραμμές.

Η αισθαντικότητα του καπνού. Είτε αυτός προέρχεται από ένα τσιγάρο…

…Είτε από μία συσκευή σιδερώματος.

Ο μυστικισμός της βροχής ή της ομίχλης.

Η «γλυπτική» ματιά του γυμνού και του σεξ.

Όλες αυτές οι αρετές βρίσκουν ιδανική εφαρμογή στα κάδρα του Gomes και του φωτογράφου του, Rui Poças, σε σημείο που το πρώτο μέρος να μοιάζει περισσότερο με άσκηση πάνω στην σύνθεση των καρέ.

Κι όμως, δεν είναι μόνο αυτό: Το “Tabu” κρύβει πολλά στο δεύτερο επίπεδό του. Δεν είναι μόνο οι κινηματογραφικές αναφορές στον Murnau και στο ίδιο το σινεμά. Είναι οι σαφείς υπόνοιες και αναφορές στην Ιστορία – ο πορτογαλικός πόλεμος για τις αφρικανικές αποικίες και ο αγώνας των τελευταίων για ανεξαρτησία δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν.

Παράλληλα, η Ιστορία μετουσιώνεται σε κοινωνικό βίωμα, μέσα από τον ρατσισμό που δέχεται η Santa από την «αφεντικίνα» της.

Η πνευματική ενηλικίωση –«στοιχειωτική» η σκηνή κατά την οποία η Santa διαβάζει Ροβινσώνα Κρούσο…

…η μεταφορική της χρήση για τα «ναυάγια» και την επιβίωση της αγάπης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο νατουραλισμός δοσμένος μέσα από την φυσιολατρία και τα πρωτόγονα σύμβολα του κροκόδειλου και των αφρικανικών τελετουργικών…

…το λυκόφως της δημιουργικότητας, δοσμένο μέσα από την «χυλόπιτα» της νεαρής Πολωνής στην Pilar, αλλά και από το άδοξο τέλος της Aurora, ιδιαίτερα αφού την έχουμε δει στο άνθος της ηλικίας της… Όλα πλέκονται μεταξύ τους με το ψιλό βελονάκι του σκηνοθέτη, που ξέρει πολύ καλά τι (θέλει να) κάνει.

Ίσως μετά την θέαση της να μην μπορείς να αναφέρεις μια σαφή ιστορία. Ίσως ο μυθοπλασία δεν (θέλει να) είναι το δυνατό της σημείο. Αλλά σίγουρα το “Tabu” δεν το ξεχνάς εύκολα. Αντί για οποιαδήποτε απόπειρα περαιτέρω ανάλυσης όσων δεν επιδέχονται ανάλυση, κλείνουμε με μια ευχή. Να κυκλοφορούν περισσότερες τέτοιες ταινίες, αλλά και να τις βλέπουν με την δέουσα προσοχή και οι υπόλοιποι κινηματογραφιστές. Ίσως έτσι να δούμε καλύτερο σινεμά στο μέλλον. Καλή μας χρονιά!

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ