Ταινιοθηκη της Ελλαδος: Αφιερωμα στο Ουγγρικο Σινεμα – 03-09 Μαρτιου

15 κορυφαίες δημιουργίες του ουγγρικού κινηματογράφου

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος και η Carousel Films, με την υποστήριξη της Ουγγρικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Βουδαπέστης, παρουσιάζουν το κινηματογραφικό αφιέρωμα Cine Magyar, στην αίθουσα 1 της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, από την Πέμπτη 3 Μαρτίου έως την Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016.

Η σκηνοθέτιδα Ίλντικο Ένιεντι (που συμμετέχει στο αφιέρωμα με την ταινία της «Ο 20ος μου αιώνας», του 1989), θα εκπροσωπήσει το Ουγγρικό σινεμά. Θα είναι παρούσα στην πρεμιέρα του αφιερώματος την Πέμπτη 3 Μαρτίου (με προβολή της ταινίας της) αλλά και την Παρασκευή και το Σάββατο, για να μιλήσει για τα φιλμ που θα προβληθούν και να συζητήσει με το κοινό).

Είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα που το νεότερο Ουγγρικό σινεμά, παρουσιάζεται σε ένα ολοκληρωμένο κινηματογραφικό αφιέρωμα, στο ποίο προβάλλονται ταινίες αντιπροσωπευτικές των πολλών τάσεων και κινηματογραφικών προτάσεων, αποκαλύπτοντας ένα μοναδικό πλούτο έκφρασης και στυλ, μέσα από τα έργα 14 Μαγυάρων δημιουργών.

Το Ουγγρικό σινεμά γνώρισε τη δική του δημιουργική έκρηξη, κυρίως  τη δεκαετία του 60, επηρεασμένο όπως και άλλες εθνικές κινηματογραφίες από τη νουβέλ βαγκ και το φρι σίνεμα, αλλά και τα πολιτικά – κοινωνικά αιτήματα της εποχής. Περιλαμβάνει άντρες και γυναίκες δημιουργούς, κινηματογραφιστές μεγαλύτερης ηλικίας που είχαν ήδη ξεκινήσει την καριέρα τους την δεκαετία του 50 (Γιάντσο, Φάμπρι, Μακ, Μέσαρος), νεότερους απόφοιτους της Σχολής της Βουδαπέστης και τρόφιμους των Στούντιο Μπέλα Μπάλας (Γκάαλ, Σάμπο, Κόσα, Χούσαρικ). Δημιουργούς με διαφορετικές προσωπικότητες, ιδιοσυγκρασία και ματιά πάνω στο σινεμά, με κοινό χαρακτηριστικό, την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ μια ριζοσπαστικής φόρμας και μιας πολιτικά  προοδευτικής θεματικής, την έρευνα πάνω στο κάδρο, τα μαύρα, το χρώμα, την δομή της αφήγησης, τη ρήξη με τις συμβάσεις του ψυχολογικού δράματος, Ειδικά τη δεκαετία του 60, ο αναστοχασμός πάνω στις ουκ ολίγες πληγές της Ουγγρικής Ιστορίας (η αποτυχημένη επανάσταση του ’48, η τραγωδία του 1919, το όνειδος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η καταστροφική τρίμηνη πολιορκία της Γερμανοκρατούμενης πολιορκίας της Βουδαπέστης από τα Σοβιετικά στρατεύματα, η παράνοια της διακυβέρνησης Ράκοσι,  η νέα τραγωδία της Βουδαπέστης το ’56) και η διαμόρφωση της μενταλιτέ του σύγχρονου Ούγγρου, υπήρξε θεμελιώδες ζητούμενο στα περισσότερα έργα των Μαγυάρων σκηνοθετών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δημιουργοί δεν δίσταζαν να εκφράσουν τους προβληματισμούς τους για την τρέχουσα πολιτική – κοινωνική κατάσταση της χώρας, γεγονός που  όχι σπάνια, απέφερε οδυνηρά αποτελέσματα για τους ίδιους και τα έργα τους. Ακόμα όμως κι όταν κόπασε η θύελλα του κινηματογράφου του δημιουργού των 60s, το ουγγρικό σινεμά διατήρησε τη δυναμική της ανανέωσης και του ανοίγματος σε καινούρια στυλ και θεματικές. Νέες τάσεις όπως ένα εφαρμοσμένο σινεμά ντιρέκτ και αργότερα μια μεταμοντέρνα αβαν γκαρντ αφηγηματικότητα, ήρθαν στο προσκήνιο, ενώ άρχισε να ανατέλλει το άστρο του Μπέλα Ταρ, δημιουργού που θα κυριαρχούσε παγκοσμίως στις δεκαετίες μετά το 90.

Ένα σινεμά που εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στις διεθνείς συναντήσεις, στις Κάννες, στο Βερολίνο, στη Μόσχα, στο Λοκάρνο, στο Κάρλοβι Βάρι κι έφτασε στο ξενόγλωσσο Όσκαρ. Ένα σινεμά που συνεχίζει την μοναχική αλλά και μοναδική του πορεία ως τις μέρες μας, με τον Λάσλο Νέμες (γιο του Άντρας Γέλες, κινηματογραφιστή που επίσης συμμετέχει στο αφιέρωμα) να περιμένει το ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2016.

Το αφιέρωμα Cine Magyar, επιχειρεί για πρώτη φορά να παρουσιάσει ένα απάνθισμα των κορυφαίων στιγμών αυτής της κινηματογραφίας, όπως της αξίζει, στην μεγάλη οθόνη με αποκατεστημένες κόπιες. Να μην ξεχνάμε ότι το Μαγυάρικο σινεμά είναι κι ένα σινεμά των οπερατέρ, με τον Μπάρναμπας Χέγκι, τον Σάντορ Σάρα και τον Γιάνος Κόλταϊ να αποτελούν εμβληματικά ονόματα στην ιστορία της παγκόσμιας εικονοποιϊας.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει 7 απόλυτες πανελλήνιες πρεμιέρες (ενώ κι οι ταινίες που είχαν κυκλοφορήσει παλιότερα προβάλλονται σε αποκατεστημένη HD μορφή για πρώτη φορά στην Ελλάδα). Υπάρχει επίσης μια παγκόσμια πρεμιέρα αποκατεστημένης κόπιας, το «Σίντμπαντ». Πριν από κάθε ταινία, θα υπάρξουν σύντομες παρουσιάσεις – εισαγωγές από ανθρώπους του σινεμά, των γραμμάτων και των τεχνών.

Οι ταινίες του αφιερώματος:

Körhinta – Merry go round – Το καρουζέλ
σκην: Ζόλταν Φάμπρι (1956, Α/Μ, 90′)

carouselΜια χαλαρή μεταφορά του μύθου του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, στο επαρχιακό Ντέμπρετσεν της δεκαετίας του 50. Η ταινία – ορόσημο του Φάμπρι άνοιξε μια νέα εποχή για το Ουγγρικό σινεμά κι αποτελεί την πρώτο πραγματικά μεγάλο φιλμ του Μαγυάρικου κινηματογράφου, μια φρέσκια ματιά που ξέφυγε από τις κυρίαρχες ως τότε επιταγές του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού. Οι περίπλοκες σκηνές στο Καρουζέλ ανήκουν στην παγκόσμια κινηματογραφική ανθολογία. Η πρωτοεμφανιζόμενη, λαμπερή Μαρί Τέρετσικ, εξελίχθηκε σε εμβληματική ηθοποιό του σύγχρονου Ουγγρικού κινηματογράφου ως τις μέρες μας, συμμετέχοντας στα έργα των περισσοτέρων Ούγγρων δημιουργών. Το φιλμ προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών και συγκέντρωσε εγκωμιαστικές κριτικές από θεωρητικούς σαν τον Αντρέ Μπαζέν και τη Λότε Άισνερ. Η μη βράβευσή του προκάλεσε γενικότερη έκπληξη και την αγανάκτηση του νεαρού Γάλλου κριτικού των Cahiers du Cinema, Φρανσουά Τριφό, ο οποίος δημιούργησε επεισόδιο με συνέπεια τον αποκλεισμό του από το επόμενο φεστιβάλ. Ο Φάμπρι, ενεργός σκηνοθέτης από την αρχή της δεκαετίας του 50, συνέχισε την δημιουργική του πορεία με τον «Καθηγητή Αννίβα», την «Φράση που δεν τέλειωσε ποτέ», τις «20 ώρες», την «Πέμπτη Σφραγίδα», στις επόμενες δεκαετίες. Παρέμεινε στη σκιά του Σάμπο και του Γιάντσο, ένας παραγνωρισμένος νεωτερικός Ευρωπαίος οτέρ που επηρέασε βαθιά σύγχρονους Μαγυάρους κινηματογραφιστές, όπως ο Ατίλα Γιάνις.

Sodrásban  – The Current – To ρεύμα
σκην.: Ίστβαν Γκάαλ (1964, Α/Μ, 81′)

Μια παρέα αποφοίτων του λυκείου διαλύεται καθώς τα νεαρά αγόρια αδυνατούν να ξεπεράσουν τον πνιγμό ενός φίλου τους. Το Ουγγρικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, καταγράφει το «Ρεύμα» ως το πρώτο φιλμ του Ουγγρικού Νέου Κύματος. Συμπτωματικά, ο Γκάαλ, δεν ανήκει στην ομάδα των αποφοίτων της Σχολής της Βουδαπέστης όπως οι περισσότεροι Ούγγροι νεοκυματικοί, σπούδασε στο Πειραματικό Κέντρο Κινηματογράφου της Μπολώνια. Εξ αιτίας ίσως του Ιταλικού παρελθόντος του, το φιλμ αντιμετωπίστηκε αρχικά σαν μια αποτυχημένη μεταφορά της «Περιπέτειας» του Αντονιόνι. Όμως, ο Γκάαλ, με το πρώτο του έργο, αποφεύγοντας πολιτικές και ιστορικές νύξεις, προσφέρει μια κοφτερή ματιά στον διχασμό μεταξύ της επιθυμίας για απόδραση από τα προβλήματα και της υποσυνείδητης υπαρξιακής θλίψης που οδηγεί στον ατομικισμό και την ηττοπάθεια και τελικά στη μελαγχολία, χαρακτηριστικό της Ουγγρικής μενταλιτέ από την γέννηση σχεδόν του Ουγγρικού κράτους. Υπήρξε ο μεγάλος ιμπρεσσιονιστής Ούγγρος δημιουργός, με την εξίσου σημαντική συνεργασία του κορυφαίου δ/ντή φωτογραφίας για τη δεκαετία του 60, Σάντορ Σάρα. Πρώτη πανελλήνια προβολή.

Szegénylegények – The round up – Οι απελπισμένοι
σκην.: Μίκλος Γιάντσο (1965, Α/Μ, 90′)

oi apelpismenoi1848. Μια ομάδα ανταρτών του επαναστάτη Σάντορ Ρόσα, πέφτει στα χέρια των Αυστριακών στρατιωτών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Οι εξεγερμένοι θα ανακριθούν, θα βασανιστούν, θα εκτελεστούν. Ο Γιάντσο, που ανήκει όπως ο Φάμρι και ο Μακ στην παλιότερη φρουρά του Ουγγρικού σινεμά, με την τρίτη ταινία του, τελειοποιεί το μοναδικό του στυλ των χορογραφημένων πλάνων σεκάνς στην αχανή ουγγρική πεδιάδα (στην κάμερα ο Σάντορ Σάρα) και της κυνικής εμβάθυνσης, με ελάχιστους διαλόγους, στην ψυχολογία του κυρίαρχου και του ταπεινωμένου με τα θέματά του πάντοτε να διαδραματίζονται στο Ιστορικό πλαίσιο των χρόνων που ακολούθησαν την επανάσταση του 1848. Σύντομα, αυτό το στυλ εξελίχθηκε σε επαναλαμβανόμενη μανιέρα ενώ, στην δεκαετία του 80, εγκαταλείφθηκε πλήρως από τον δημιουργό του. Πάντως, επηρέασε πλήθος Ούγγρων κινηματογραφιστών όπως ο Μπέλα Ταρ αλλά και δημιουργών του εξωτερικού όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Η προβολή του φιλμ στο φεστιβάλ Καννών έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία σε θεατές και κριτικούς κι ο Γιάντσο έγινε ο πιο γνωστός Μαγυάρος δημιουργός  μαζί με τον Σάμπο.

Hideg napok – Cold days – Παγωμένες μέρες
σκην: Άντρας Κόβατς (1966, Α/Μ, 96′)

Το φιλμ ασχολείται με μια από τις μελανότερες στιγμές της Ουγγρικής Ιστορίας. Το 1941, στο Νόβισαντ της Γιουγκοσλαβίας, οι στρατιώτες του Ουγγρικού στρατού, συμμάχου των Ναζί, μέσα σε ένα τριήμερο δολοφόνησαν πάνω από 3000 αμάχους, Σέρβους, Εβραίους, ακόμα και κατοίκους Ουγγρικής καταγωγής, ρίχνοντας τα θύματά τους σε τρύπες που άνοιγαν στα παγωμένα νερά του Δούναβη. Στην ταινία, τέσσερεις από τους αξιωματικούς που κατηγορήθηκαν μεταπολεμικά για την θηριωδία, περιμένουν τη δίκη τους στο ίδιο κελί. Μέσα από διαδοχικά, διασταυρούμενα flash back, o καθένας τους παρουσιάζει τη δική του εκδοχή. Ο Κόβατς, παρουσιάζει τον μηχανισμό πίσω από τη θηριωδία σε πλήρη λειτουργία και χωρίς να δείξει ούτε σε μια σκηνή σοκαριστικές εικόνες των ωμοτήτων, εμβαθύνει στην τραγική αδυναμία των πρωταγωνιστών να συλλάβουν τη αντικειμενική διαλεκτική των γεγονότων, μένοντας στην προσωπική τους υποκειμενική ερμηνεία, που προκαλεί την παρανοϊκή εξήγηση του αναπόδραστου της σφαγής και την απενοχοποιητική μεταφορά των ευθυνών των εκτελεστών. Η λιτή αφήγηση σε κοφτερό ασπρόμαυρο, η ζοφερή, σχεδόν Καφκική ατμόσφαιρα, συλλαμβάνει την ουσία της Φασιστικής μηχανής εξόντωσης, όπως ελάχιστα φιλμ της παγκόσμιας παραγωγής, το ίδιο συγκλονιστικά με την «Επιβάτιδα» του Αντρέι Μουνκ. Πρώτη πανελλήνια προβολή.

Apa – Father – O Πατέρας
σκην.: Ίστβαν Σάμπο (1966, Α/Μ, 88′)

o paterasΈνα μικρό αγόρι εξιδανικεύει εμμονοληπτικά τον νεκρό πατέρα του, γιατρό και ήρωα της αντίστασης, φτάνοντας στο σημείο να επινοεί ιστορίες για τη ζωή και τη δράση του. Κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ότι ο πατέρας του, στην πραγματικότητα, ήταν πολύ διαφορετικός από την εικόνα που έχτιζε γι αυτόν. Πολλοί κριτικοί θεώρησαν το φιλμ ως μια παραβολή για το Σταλινισμό (το προσωνύμιο του Στάλιν ήταν «ο Πατερούλης»), με τον Ζαν Λουί Μπορί να δηλώνει: «Ο Πατέρας, με κεφαλαίο Πι, είναι βέβαια ο Στάλιν». Η δεύτερη ταινία του 28χρονου τότε Σάμπο, με αυτοβιογραφικά στοιχεία (ο Σάμπο ορφάνεψε στην ίδια ηλικία κι ο πατέρας του ήταν γιατρός) και εμφανείς επιρροές από το Γαλλικό Νέο Κύμα, είναι ο προπομπός μιας σειράς αριστουργηματικών έργων του Σάμπο ως την δεκαετία του 80, που επικεντρώθηκαν στις επιπτώσεις των πρόσφατων ιστορικών γεγονότων (πόλεμος, πολιορκία της Βουδαπέστης, απελευθέρωση, εξέγερση του 56) στην ζωή και την ψυχολογία της γενιάς που ενηλικιώθηκε μετά το 60 . Το φιλμ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ της Μόσχας και στο Λοκάρνο κι ο Σάμπο έγινε ο γνωστότερος Ούγγρος δημιουργός μαζί με τον Γιάντσο. Την φωτογραφία του φιλμ υπογράφει ο Σάντορ Σάρα. Πρώτη πανελλήνια προβολή.

Tízezer nap – 10.000 suns – 10.000 ήλιοι
σκην.: Φέρεντς Κόσα (1967, Α/Μ, 110′)

Οι δέκα χιλιάδες ήλιοι αντιπροσωπεύουν τις ισάριθμες ημέρες των 30 χρόνων ενός μικρού χωριού, από το 1937 ως το 1967 (στην Ουγγρική γλώσσα η λέξη nap σημαίνει ταυτόχρονα «ήλιος» και «μέρα»)  Οι πρωταγωνιστές κάτοικοί του, περνούν από την φεουδαρχία και την απόλυτη φτώχεια, στον πόλεμο, στο νέο καθεστώς, στο σταλινισμό και τέλος, στην εκβιομηχάνιση. Τα προσωπικά πάθη και οι συγκρούσεις δυσκολεύουν κάθε στροφή της ιστορίας σε αυτή την επική όσο και ελεγειακή δημιουργία του Κόσα που οφείλει μεγάλο μέρος της φήμης της στην εκπληκτική σινεμασκοπική φωτογραφία του Σάντορ Σάρα. Το φιλμ (σκηνοθετικό ντεμπούτο του Κόσα) κυκλοφόρησε δυο χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του και συμμετείχε στο Φεστιβάλ Καννών όπου κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας.

A tanú – Α witness – Ο μάρτυς
σκην.: Πέτερ Μπάτσο – Έγχρωμο – 1969 – 105 λεπτά

Στα τέλη της δεκαετίας του 40, ένας αγαθός ταγμένος κομουνιστής, φύλακας αντιπλημμυρικής τάφρου, μπλέκει με την πολιτική διοίκηση που του αναθέτει, άσχετες, απίθανες αποστολές. Κάθε φορά αποτυγχάνει οικτρά, φυλακίζεται, αλλά με άνωθεν εντολές ελευθερώνεται, για να αναλάβει κάτι καινούριο. Τελικά, θα του ανατεθεί να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον ενός πολιτικού που έχει πέσει σε δυσμένεια. Αφού πάλι τα κάνει θάλασσα, θα βρεθεί μπροστά στην αγχόνη. Πρόκειται για μια ανελέητη όσο και απολαυστική πολιτική σάτιρα που απαγορεύτηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της, για να προβληθεί τελικά το 1979. Με ύφος και ρυθμούς που θυμίζουν τα μεγάλες στιγμές της Ιταλικής κλασσικής κωμωδίας της δεκαετίας του 60, ο Μπάτσο, αναδεικνύει το κλίμα σύγχυσης και εσωτερικών κομματικών συγκρούσεων που κυριαρχούσαν στην Ουγγαρία προς τα τέλη της διακυβέρνησης Ράκοσι.  Κάποιες από τις ατάκες του φιλμ πέρασαν στην Ουγγρική καθημερινότητα και χρησιμοποιούνται ως τις μέρες μας. Πρώτη πανελλήνια προβολή.

Szerelem – Love – Αγάπη
σκην.: Κάρολι Μακ (1971, Α/Μ, 88′)

Ο Γιάνος είναι πολιτικός κρατούμενος της πρώτης μεταπολεμικής κυβέρνησης του Ράκοσι. Η γυναίκα του, απολυμένη εξαιτίας των πολιτικών της πεποιθήσεων, ζει μαζί με την άρρωστη, ηλικιωμένη πεθερά της. Για να μην επιβαρύνει την κατάστασή της, εφευρίσκει μια ιστορία για τον Γιάνος, ότι τάχα ακολουθεί μεγάλη καριέρα ηθοποιού στο Χόλιγουντ. Ο Γιάνος αποφυλακίζεται και επιστρέφει, ανήσυχος για το πώς θα είναι πια τα πράγματα. Ο πολυγραφότατος Κάρολι Μακ (συνομήλικος του Φάμπρι), περίμενε πέντε χρόνια μέχρι να εγκριθεί το σενάριο αυτής της σκληρής, κυνικής ταινίας για την ψευδαίσθηση και τον φόβο μπροστά στην αλήθεια της πραγματικότητας. Η ταινία αποτελεί το μεγάλο κλασσικό του αριστούργημα και βραβεύτηκε στις Κάννες με το «Μέγα Βραβείο» της Κριτικής Επιτροπής. Οι δυο πρωταγωνίστριες (Μάρι Τέρετσικ, Λίλι Χόρβατ) βραβεύτηκαν επίσης στο ίδιο φεστιβάλ για τις ερμηνείες τους.

Szindbád – Sindband – Σίντμπαντ

σκην.: Ζόλταν Χουσάρικ (1971, Έγχρωμο, 90′)

sinbadΟ Σίντμπαντ, Καζανόβας, μποέμ και Γαργαντούας, αναλογίζεται τις γυναίκες της ζωής του τις οποίες ξανασυναντά στην πραγματικότητα ή στη φαντασία του, φιλοσοφώντας για τον βίο του, λίγο πριν το τέλος του, στην δεκαετία του 1870. Μια εντελώς ξεχωριστή στιγμή της Ουγγρικής φιλμογραφίας, η πρώτη μόλις ταινία του εικαστικού Ζόλταν Χουσάρικ (που πέθανε μετά τη δεύτερη δημιουργία του) είναι ένα πραγματικό  κινηματογραφικό ποίημα (και βασίζεται στο ομώνυμο έργο του «Μαγυάρου Προυστ»). Όπως σημειώνει ο επιμελητής του ΜΟΜΑ Ντέιβιντ Ουέμπ, «πρόκειται για το οπτικοακουστικό ισοδύναμο της ποίησης του Μποντλέρ. Ο Χουσάρικ έχει την ικανότητα να «κόβει» με μαεστρία, περνώντας δραματικά, από ένα κοκκινωπό εσωτερικό, στη φιγούρα μιας γυμνής νέας γυναίκας στο χιόνι». Το φιλμ, πέρα από την κριτική αποδοχή του, έτυχε απρόσμενα θερμής υποδοχής κι από το κοινό, σημειώνοντας αξιοσημείωτη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες της Ουγγαρίας και του εξωτερικού. Τιμήθηκε με το βραβείο Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ στο Φεστιβάλ του Μανχάιμ. Παγκόσμια κινηματογραφική πρεμιέρα ανακαινισμένης κόπιας και πρώτη πανελλήνια προβολή.

Ökbefogadás – Adoption – Υιοθεσία
σκην.: Μάρτα Μέσαρος (1975, Α/Μ, 89′)

Η Κάτα, μια χωρισμένη, μεσόκοπη γυναίκα που ζει στην ανοίκεια Βουδαπέστη, θέλει να κάνει παιδί. Η σχέση της, παντρεμένος με παιδιά, αντιδρά κάθετα σε αυτή την προοπτική. Συναντά την Άννα, έφηβη τρόφιμο κοντινού ορφανοτροφείου. Οι δυο γυναίκες θα αναπτύξουν μια βαθειά, τρυφερή σχέση, σαν αυτή της μητέρας και της κόρης. Η Μάρτα Μέσαρος, σύζυγος τότε του Γιάντσο, είναι η πιο γνωστή (μαζί με την Γιούντιτ Έλεκ) από τις όχι λίγες γυναίκες δημιουργούς του νεότερου Ουγγρικού σινεμά και αυτή που έφερε την πιο χειραφετημένη, γυναικεία ματιά στην Μαγυάρικη φιλμουργία. Ακολουθώντας ένα ρεαλιστικό, ημιντοκιμαντερίστικο στυλ (πολύ δημοφιλές ανάμεσα στους Ούγγρους δημιουργούς της δεκαετίας του 70), με τη συνδρομή του οπερατέρ Λάγιος Κόλταϊ (μετέπειτα υποψήφιου για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας με το «Χωρίς πεπρωμένο»), καταφέρνει μια «συμφωνία βλεμμάτων», επικεντρώνει με τρυφερότητα και σκληράδα στη διάψευση των ατομικών επιθυμιών κάτω από συγκεκριμένα κοινωνικά και ταξικά πλαίσια. Με το συγκεκριμένο φιλμ απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο και άλλα 3 βραβεία στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

A kis Valentinó – Little ValentinoO μικρός Βαλεντίνος
σκην.: Άντρας Γέλες (1979, Α/Μ, 102′)

Ένας νεαρός υπάλληλος, κλέβει τα χρήματα από το ταμείο της εταιρείας στην οποία εργάζεται και περνά τη μέρα του βολτάροντας με ταξί, τρώγοντας και πίνοντας σε ακριβά ρεστοράν, φλερτάροντας και τζογάροντας. Με ένα μινιμαλιστικό στυλ (που φέρνει στο νου τις πρώτες ταινίες του Τζάρμους), ο Γέλες παρακολουθεί τον ήρωά του και την καθημερινότητα της Βουδαπέστης. Για πρώτη φορά στην Ουγγρική φιλμουργία, εισάγει μια αποδοδημένη αφήγηση που ταυτίζεται με την ίδια αποδοδημένη μορφή της κοινωνίας που κινηματογραφεί. Αδιαφορεί για τον διάλογο (ενίοτε η μουσική επικαλύπτει την πρόζα, ενώ δεν λείπουν και φράσεις τυπωμένες στο φιλμ), συχνά χρησιμοποιεί βιβλικές αναφορές, δεν διστάζει να εγκαταλείψει τον ήρωά του ακολουθώντας δευτερεύοντες χαρακτήρες, η ηχητική μπάντα της ταινίας περιλαμβάνει επίσης αποσπάσματα από ραδιοφωνικές εκπομπές ή άλλες ταινίες, ενώ υπονοείται μια παράλληλη σχεδόν αστυνομική πλοκή. Το οριακά ψιθυριστό φινάλε, αποκαλύπτει μια ζοφερή κοινωνική – πολιτική πραγματικότητα. Ο Γέλες, μαζί με τους μακαρίτες Μπόντι και Έρντελι συνέθεσε την «αγία τριάδα» της Ουγγρικής Κινηματογραφικής αβάν γκαρντ. Ο ριζοσπαστισμός του, προκάλεσε τον αποκλεισμό του από τα κινηματογραφικά στούντιο μετά την επόμενή του ταινία, το 1982, ο Γέλες μπόρεσε να ξανακάνει σινεμά στις αρχές της δεκαετίας του 90. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο γιος του Λάσλο Γέλες Νέμες, απέσπασε φέτος το Μέγα Βραβείο στο φεστιβάλ Καννών. Πρώτη πανελλήνια προβολή: αφιέρωμα «Winter Adè».

rcisz és Psyché – Narcissus and Psyche – Ψυχή και Νάρκισσος
σκην.: Γκάμπορ Μπόντι [1980, 261′ (τρία μέρη σε ενιαία προβολή)]

psichi kai narkissosΟ Νάρκισσος είναι ο Λάτσι (Ούντο Κίερ),  ένας μίζερος ποιητής ερωτευμένος με τον εαυτό του. Η Ψυχή είναι η Έρσεμπετ, μια ποιήτρια γεμάτη αυτοπεποίθηση, τυχοδιώκτρια, ηδονοθήρας και ενοχική. Οι δυο τους θα διανύσουν 120 χρόνια, από τον 18ο αιώνα ως το 1920 παραμένοντας αγέραστοι, διατρέχοντας την Ευρωπαϊκή Ιστορία, βιώνοντας τη διαδικασία αποσύνθεσης της μπουρζουαζίας και της αριστοκρατίας όπως και την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πρόκειται για το πιο αισθαντικό, απολύτως σαγηνευτικό φιλμ του Γκάμπορ Μπόντι, ενός από τα πιο ανήσυχα και ταλαντούχα πνεύματα της Ευρωπαϊκής πρωτοπορίας των 80s που ασχολήθηκε επίσης σε βάθος με το βίντεο και τα installations, «σειρά» και φίλος του Μπέλα Ταρ. Το έργο του, αναδείχθηκε καθυστερημένα, χάρη στον Ούλριχ Γκρέγκορ, διευθυντή τότε του φόρουμ της Μπερλινάλε.  Η παραληρηματική, μπαρόκ εικονογραφία του, η ειρωνική χρήση του κιτς σε συνδυασμό με την ηλεκτρονική μουσική, έφεραν το φιλμ στα Φεστιβάλ Καννών, Βερολίνου, Λοκάρνο ενώ η ταινία γνώρισε απρόσμενη εμπορική επιτυχία στην Γερμανία. Από τις τρεις βερσιόν της ταινίας, προβάλλεται η ολοκληρωμένη 4ωρη εκδοχή, η κόπια μπλοκαρίστηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ταινίας και προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1990. Είναι το δεύτερο από τα μόλις τρία φιλμ μεγάλου μήκους που γύρισε ο Μπόντι, πριν βρεθεί νεκρός στα 39 του, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία, αλλά η γυναίκα του κατέθεσε μήνυση κατ’ αγνώστων για δολοφονία). Πανελλήνια πρεμιέρα.

Mephisto – Μεφίστο
σκην.: Ίστβαν Σάμπο (1981, Έγχρωμο, 142′)

mephisto1Η ιστορία ενός φιλόδοξου κωμικού που για την τέχνη του είναι έτοιμος να θυσιάσει και να κάνει τα πάντα, ακόμη και να δεχτεί τους όρους των Ναζί στη διάρκεια του γερμανικού φασισμού. Μεταφέροντας το βιβλίο τού Κλάους Μάν, «Μεφίστο», στην οθόνη, με φωτογραφία του Λάγιος Κόλταϊ, ο Ούγγρος σκηνοθέτης, Ίστβαν Σάμπο, προσπάθησε πάνω απ’ όλα να τονίσει τα πρόβλημα του καλλιτέχνη πού βρίσκεται στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην πλήρη αφοσίωση στην τέχνη του και την πολιτική του τοποθέτηση σε μια τραγική περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας, εκείνης τού χιτλερικού φασισμού. Με μια μυθική ερμηνεία του μεγάλου Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, το «Μεφίστο», κατέκτησε βραβείο ¨Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας, 3 βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών και πολλά άλλα σε διάφορους διεθνείς διαγωνισμούς, παραμένοντας έως σήμερα η πιο διακεκριμένη και αναγνωρίσιμη Ουγγρική ταινία όλων των εποχών. Αποτελεί την πρώτη ταινία της «Τριλογίας της Κεντρικής Ευρώπης», οι άλλες δύο, «Ο Ταγματάρχης Ρεντλ» και το «Χάνουσεν», πάλι με τον Μπραντάουερ, ήταν επίσης υποψήφιες για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Megáll az idö  – Time stands still – Ο χρόνος σταματάει
σκην.: Πέτερ Γκόταρ (1982, Έγχρωμο και Α/Μ, 103′)

Στις αρχές τις δεκαετίας του 60, τελειόφοιτοι του λυκείου, ζουν μια μπανάλ καθημερινότητα στη Σοσιαλιστική Ουγγαρία, υπό το βάρος των πρόσφατων γεγονότων του 56. Πολλοί χαρακτήρισαν το φιλμ ως το «Hungarian Grafitti» (παραλληλίζοντάς το με το «American grafitti» του Τζορτζ Λούκας). Όντως, η ταινία ασχολείται επίσης με την ενηλικίωση μιας ομάδας εφήβων στη δεκαετία του 60, ενώ βρίθει από αμερικανικά ποπ τραγούδια της εποχής, καθώς η Ουγγρική νεολαία άρχισε τότε να έρχεται σε επαφή με την Δυτική κουλτούρα (συνέπεια της αποσταλινοποίησης και κάποιων μέτρων χαλάρωσης της κυβέρνησης Κάνταρ). Με τη βοήθεια της ατμοσφαιρικής φωτογραφίας του Λάγιος Κόλταϊ, εστιάζει στην μελαγχολία της «μετά το 56» νεότερης γενιάς όπως και την παραίτηση της προηγούμενης, τις αδιάφορες προοπτικές, την απέχθεια για τους θεσμούς, την ονείρωξη ενός Δυτικού παραδείσου όπως παρουσιάζεται μέσα από την Αμερικανική κουλτούρα. Το φιλμ, γνώρισε εισπρακτική επιτυχία στο Ουγγρικό box office και διανεμήθηκε εμπορικά στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Στο Φεστιβάλ Καννών κέρδισε το Βραβείο Νεότητας και η Ένωση Κριτικών της Νέας Υόρκης ψήφισε την ταινία ως την καλύτερη ξενόγλωσση της χρονιάς.

Az én XX. SzázadomMy 20th centuryO εικοστός μου αιώνας
σκην.: Ίλντικο Ένιεντι (1989, Α/Μ, 95′)

o 20os mou aiwnasΤη νύχτα του 1880, όταν ο Τόμας Έντισον παρουσίασε δημόσια τον πρώτο ηλεκτρικό λαμπτήρα στο Νιου Τζέρσεϊ, δυο δίδυμα κορίτσια βλέπουν το φως του κόσμου στην Βουδαπέστη. Τα δυο ορφανά (η Ντόροθι και η Λίλι, όπως οι αδελφές Γκις) μεγαλώνουν ζουν πουλώντας σπίρτα στους περαστικούς, απάγονται από αγνώστους και μεγαλώνουν χωριστά. Η χαραυγή του 20ου αιώνα βρίσκει την Ντόροθι ψευτοαριστοκράτισσα τυχοδιώκτρια και την Λίλι αναρχική βομβίστρια. Οι δυο τους, μέχρι να ξανασμίξουν, θα περάσουν αναρίθμητες περιπέτειες παρακολουθώντας την τεχνολογική, πολιτική και σεξουαλική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το ντεμπούτο της Ένιεντι, είναι μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση κινηματογραφικού «μαγικού ρεαλισμού», ένα ονειρικό, μοντερνιστικό παραμύθι, μια φαντασμαγορική, φεμινιστική, σινεφίλ δήλωση. Μέσα από εικαστικά και δραματουργικά εφέ, χωρίς ιδιαίτερα σφικτή αφηγηματική δομή, αξιοποιεί την φυσική ομορφιά της πολωνέζας πρωταγωνίστριας (σε διπλό ρόλο) Ντορόθα Σέγκντα, παρουσιάζοντας ένα απολαυστικό, σαγηνευτικό ταξίδι σε λαμπερό ασπρόμαυρο. Η ταινία χάρισε στην Ένιεντι τη Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών και της άνοιξε τον δρόμο για διεθνείς συμπαραγωγές που ακολούθησαν.


Πρόγραμμα προβολών:

Πέμπτη 3 Μαρτίου: Τελετή έναρξης – 19 .30 Κοκτέιλ / 20.30 «Ο 20ος μου αιώνας» – Παρουσία της σκηνοθέτιδας Ίλντικο Ένιεντι, είσοδος μόνο με προσκλήσεις

Παρασκευή 4 Μαρτίου: 17.00 Ο 20ος μου αιώνας / 19.00 Αγάπη / 21.30 Μεφίστο

Σάββατο 5 Μαρτίου: 18.00 Ο μάρτυς / 20.00 Οι απελπισμένοι / 22.00 Το Καρουζέλ

Κυριακή 6 Μαρτίου: 18.00 10.000 ήλιοι / 20.00 Σίντμπαντ / 22.00 Το ρεύμα

Δευτέρα 7 Μαρτίου: 18.00 Παγωμένες μέρες / 20.00 Ο πατέρας / 22.00 Ο χρόνος σταματά

Τρίτη 8 Μαρτίου: 18.00 Το ρεύμα / 20.00 Υιοθεσία / 22.00 Ο μικρός Βαλεντίνος

Τετάρτη 9 Μαρτίου: 18.30 Ψυχή και Νάρκισσος – 261΄(3 μέρη, 2 διαλείμματα)

Πληροφορίες:

Οι ταινίες προβάλλονται με ελληνικούς υποτίτλους στην αίθουσα Α’ της Ταινιοθήκης.

Γενική είσοδος: 5 Ευρώ
Κάρτα για όλες τις προβολές (πλην πρεμιέρας): 45 Ευρώ
Κάρτα μειωμένη για όλες τις προβολές (πλην πρεμιέρας): 30 Ευρώ

Προπώληση από Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου, ώρες 18.00 – 23.00 στο ταμείο της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, Στάση μετρό ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ, Γκάζι

Στοιχεία επικοινωνίας: carousel@otenet.gr, contact@tainiothiki.grwww.cinemagyar.gr

Δείτε το trailer του αφιερώματος:

 

 

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Δυσκολεύεται πολύ να γράψει το βιογραφικό του, κι ελπίζει τα κείμενά του να είναι καλύτερα από αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*