Το Δικό Μας Βαλς – Take This Waltz (2011)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Sarah Polley
Σενάριο: Sarah Polley
Πρωταγωνιστούν: Michelle Williams, Seth Rogen, Sarah Silverman, Luke Kirby
Διάρκεια: 116’
Χώρα: Καναδάς, Ισπανία, Ιαπωνία

 

Η Margot (Michelle Williams) είναι μια νεαρή, freelance δημοσιογράφος τουριστικών φυλλαδίων, που ζει παρέα με τον άντρα της Lou (Seth Rogen), σε ένα μποέμ σπιτικό, κάπου σε μια πορτογαλίζουσα κοινότητα του Toronto στον Καναδά, μακριά από τους γκρίζους ουρανοξύστες και το πολύβοο, αστικό περιβάλλον της πόλης. Μια μέρα η Margot, και ενώ επιστρέφει από ένα επαγγελματικό ταξίδι, θα συναντήσει έναν γοητευτικό άνδρα, τον Daniel (Luke Kirby). Η ιδιαίτερη ερωτική σπίθα θα ανάψει απευθείας ανάμεσά τους και από ένα-διόλου περίεργο για κινηματογραφικό τρίγωνο-παιχνίδι της μοίρας, ο Daniel θα αποτελέσει τον καινούριο γείτονα της free-spirited νεαράς. Η ίδια ζώντας μέσα σε ένα ρουτινιασμένο γάμο, με έναν σύζυγο καλόκαρδο, αλλά και βαρετό, ο οποίος μαγειρεύει καθημερινά και από μια διαφορετική παραλλαγή κοτόπουλου (βλέπετε είναι συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής που έχουν να κάνουν αποκλειστικά και μόνο με συνταγές, του αγαθού αυτού πτηνού), θα αναζητήσει τη συγκίνηση, το δίχως taboo sex και την ρομαντζάδα μιας άλλης εποχής, στο πρόσωπο του πρασινομάτη, αρτίστα γείτονα. Τέλος πια το κοτόπουλο. Ώρα για αρνάκι γάλακτος.

Πριν από έξι χρόνια, η ηθοποιός Sarah Polley, (ίσως την θυμάσαι από ταινίες όπως το remake του «Dawn of the Dead», αλλά και τα πιο πρόσφατα «Mr. Nobody» και «Splice»), αποφάσισε να κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με την υπερδραματική της ταινία, «Away from Her». Το αποτέλεσμα; Μια υποψηφιότητα για Oscar Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου, μπόλικα βραβεία από τα απανταχού κινηματογραφικά φεστιβάλ και διθυραμβικές κριτικές σχετικά με το φρέσκο αίμα που είπε να στρογγιλοκαθίσει στη σκηνοθετική καρέκλα και να μας επαναπροσδιοριστεί. Φέτος, η νέα της ταινία «Take This Waltz» προκάλεσε σε πολλές περιπτώσεις βαρύ, τον πέλεκη της κριτικής, δημιουργώντας αφενός ένα-τείνι τρόπο-underrated κλίμα γύρω από ένα κλασικής υποθεσιακής βάσης story, αφετέρου μιας σκηνοθετικής παρουσίας τόσο σαγηνευτικής, γλυκιάς, αλλά και μελαγχολικής, όσο και η τελευταία ζεστή μέρα του καλοκαιριού που σε αποχαιρετά, μπροστά από την αγαπημένη σου παραλία, στο αγαπημένο σου νησί. Και σε αυτό η στρυφνή κριτική, πόσο χώρο μπορεί να έχει τελικά;

Η αλήθεια είναι πως κάποιος μπορεί να μη βρει τίποτα σε μια ταινία που πραγματεύεται μια υπόθεση που έχουμε δει πολλάκις στον κινηματογράφο (εξωσυζυγικά φλερτ και σχεσιακά προβλήματα παντρεμένων ζευγαριών, παίζουν κατά κόρον, ακόμα και στο πιο άθλιο, cheezy ταινιάκι), ενώ και η ανεξιχνίαστη σε πολλές στιγμές συμπεριφορά της πρωταγωνίστριας, είναι δυνατόν να ξενίσει. Η Margot όμως είναι μια γυναίκα παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το είναι. Τα παιδιάστικα καμώματά της, τα φανταχτερά, παλιακά της ρούχα και η ανάλαφρη, εναλλακτική ζωή που θέλει να παρουσιάσει, έρχονται σε έντονη αντίθεση με το θλιμμένο βλέμμα, τα δάκρυα και την αίσθηση πως διαρκώς κάτι της λείπει.

Η Polley, μπορεί να θέτει επί τάπητος τις αιώνια προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, και μάλιστα μέσα από ένα πολυφορεμένο πρίσμα, δε παύει όμως να το ντύνει με μια indie σκηνοθεσία, βουτηγμένη στα soft/φανταχτερά χρώματα, την ονειρική μουσική επένδυση και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει το πιο κοινό αίσθημα της ανθρώπινης φύσης: αυτό της μοναξιάς.

Στη πραγματικότητα το ηθικό δίδαγμα που μπορεί να βγάλει κανείς από αυτή την ανεξάρτητη ταινιούλα (εαν δηλαδή υπάρχει), συμπυκνώνεται σε μια και μόνο ατάκα η οποία βγαίνει από τα χείλη μια έγχρωμης, ώριμης γυναίκας που κάνει το ντούς της στη δημοτική πισίνα, παρέα με τις έτερες πρωταγωνίστριες: “new things get old”. Αυτό ακριβώς είναι που οδηγεί στην προκειμένη περίπτωση την ηρωίδα, σε ένα διαρκές πισογύρισμα μυαλού, σχετικά με το αν η συζυγική ρουτίνα αξίζει να εγκαταλειφθεί για κάτι νέο και sexy, ή αν και αυτό πρόκειται τελικά να καταλήξει σε κάτι δεδομένο και κατ’επέκταση παλιό.

Η απάντηση έρχεται μέσα από τη ταινία, όπως και η επιλογή της Margot, η οποία στο πρόσωπο της Williams βρίσκει την ιδανική της μούσα: ένα μείγμα παιδικής αφέλειας, πονηρής γατούλας και αθεράπευτα ρομαντικής ύπαρξης, που δημιουργεί ένα εξίσου αθεράπευτα εύθραυστο πλάσμα, που απλά έρχεται και κλειδώνει στο ολοένα και πιο εξελίξιμο, υποκριτικό ταλέντο της Αμερικανίδας ηθοποιού. Στο πλευρό της οι κωμικοί Seth Rogen και Sarah Silverman, είναι αξιοπρεπέστατοι, με την Silverman να κάνει την ευχάριστη έκπληξη στο ρόλο μιας αλκοολικής σε αποτοξίνωση. Για εμένα μια μικρή απογοήτευση ήταν η πέτρα του σκανδάλου, Luke Kirby, ο οποίος φαινόταν περισσότερο αμήχανος και ξύλινος από όσο θα έπρεπε.

Tο «Take This Waltz» είναι μια τρυφερή, αληθινή ταινία για τις υψηλές μας προσδοκίες που σχεδόν ποτέ δεν επιβεβαιώνονται, τη συντροφικότητα, την ανάγκη του να ζεις όπως εσύ θες, αλλά και της πικρής συνειδητοποίησης ότι μερικές φορές, ακόμα και όταν νιώθεις πως τώρα έχεις αυτό που θες, δε παύεις να ζητάς περισσότερα και να καταλήγεις τελικά ανικανοποίητος και μοναχός.

Η ταινία θα μπορούσε εύκολα να αποτελεί το φετινό «The Beginners», χάρη στην ζεστή της σκηνοθεσία, την ανθρώπινη ματιά και τις όμορφες ερμηνείες. Α και λίγο πριν το τέλος, απολαύστε και το αισθαντικό, ομώνυμο τραγούδι του Leonard Cohen που αποτελεί το καλύτερο επισφράγισμα αυτής της παράξενα feel good ταινίας.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ