Ο Δολοφόνος Με Το Πριόνι (3D) – Texas Chainsaw 3D (2013)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: John Luessenhop
Σενάριο: Adam Markus, Debra Sullivan, Kirsten Elms, Tobe Hooper
Πρωταγωνιστούν: Alexandra Daddario, Scott Eastwood, Thom Barry
Διάρκεια: 92’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: ODEON

 

Το μακρινό 1974, ο σκηνοθέτης Tobe Hooper, έθεσε για πρώτη φορά και επισήμως, τα θεμέλια του είδους, του ενδοοικογενειακού τρόμου, ο οποίος μερικά χρόνια αργότερα έφτασε στο πρόωρο αποκορύφωμά του με το «The Shining» του Stanley Kubrick.

Ο Hooper κατάφερε μέσα από την αδιάκοπα κινούμενη κάμερά του, την scream-queen παρουσία των χίπικων θηλυκών του και τις σοκαριστικές, αλλά μετρημένες σπλατερικές του στιγμές, να υφάνει από το πουθενά τον θρύλο του μανιακού δολοφόνου με το πριόνι, ο οποίος από το εικονικό «The Texas Chainsaw Massacre» και έπειτα, αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή κινηματογραφικής και όχι μόνο, έμπνευσης, κρατώντας μια για πάντα, θέση, στο πάνθεον των πιο παραγνωρισμένων συμβόλων της ποπ κουλτούρας.

Ο αρχετυπικός δημιουργός, και ο συνάδελφός του σεναριογράφος, Kim Henkel, συνεργάστηκαν για ακόμη μια φορά το 2003, όταν βρέθηκαν στα πλατό του remake της διάσημης ταινίας τους, η οποία έφερε τον ίδιο τίτλο, και πρωταγωνίστρια την Jessica Biel.

Η ιστορία του 2012, ακολουθεί και πάλι κατά πόδας τη δράση του serial killer με τις ανθρωποπρόσωπες μάσκες, χωρίς να ξεφεύγει καθόλου από το concept “παρέα νεαρών πέφτει στα χέρια του Leatherface, και εκείνος αποκαλύπτει για ακόμη μια φορά την αιμάτινη μανία του για ανθρώπινα μέλη και στραβοβελονιά, προσφάτως κατακρεουργημένου δέρματος”. Η διαφορά βέβαια είναι πως στην εποχή μας, το σπλάτερ, εμπορικό cinema, είναι ως επί το πλείστον συνδεδεμένο με γραμμωμένους ανδρικούς κοιλιακούς, ξανθιές καούκες, μπροστόβαρες πρωταγωνίστριες και ηρωικό IQ το οποίο κυμαίνεται ως επί το πλείστον σε αρνητικές τιμές. Θα μου πείτε βέβαια, και στη ταινία του Hooper δε βλέπαμε τύπισσες με καυτά σορτσάκια, τσιγαριλίκι ‘επέκταση χεριού’ και ηλίθιες αποφάσεις επιβίωσης που οδηγούσαν κατευθείαν στον… θάνατο; Βέβαια, με τη μόνη διαφορά ότι αφενός το ελευθερίζοντος ηθών στυλ, δικαιολογούνταν απόλυτα από την ‘παιδιά των λουλουδιών’ εποχή, και αφετέρου το θηλυκό στοιχείο είχε μπει μια και καλή στο τρομολαγνικό αυλάκι, με πρωταγωνίστριες που τα έβαζαν με σχιζοφρενείς δολοφόνους (βλ. αργότερα και το «Halloween» του Carpenter), αλλά και γλοιώδεις εξωγήινους («Aliens»), νικώντας, και δημιουργώντας ένα σύγχρονο, φεμινιστικό καλούπι, μέσα στο οποίο η δυναμική και η ευστροφία τους, αποτελούσαν το ζητούμενο αυτών των νέων, super ηρωίδων. Αντιθέτως σήμερα αν διαθέτεις φιδίσιο κορμί, ντεσιμπελική τσιρίδα και γουστόζικο ντύσιμο-τσούλας, μπορεί και να επιβιώσεις σε μια ταινία τρόμου (εξαρτάται σε πια παρτίδα θα κληρωθεί το όνομά σου: σε αυτή των αναλώσιμων, μοντελικών ηθοποιών ή σ’ εκείνους που κουτσά στραβά θα επιζήσουν μέχρι τέλους).

Εν προκειμένω η ταινία του Luessenhop δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα συνονθύλευμα horror κλισέ, όπως έχεις μάθει πια να βλέπεις σε κάθε νέο film του είδους που σκάει στις αίθουσες. Και πάλι θα δούμε μια παρέα νεαρόπαιδων να επισκέπτονται το καταραμένο σπίτι της οικογένειας Sawyer, μιας που η μελαχρινή πρωταγωνίστρια (Daddario) κληρονομεί από την γιαγιά της τα περιουσιακά στοιχεία. Δυστυχώς χωρίς να το ξέρει, της κληρώνεται μαζί με το σπίτι, και ένας πριονωτός εφιάλτης, και κάπου εκεί το κυνηγητό ξεκινά.

Η όποια προσπάθεια των σεναριογράφων να νοστιμέψουν το σενάριο, αναβιώνοντας περασμένες βεντέτες και παρουσιάζοντας για πρώτη φορά μια διαφορετική πλευρά του χαρακτήρα του δολοφόνου, πέφτουν εκωφαντικά στο κενό, καθώς το αλλοπρόσαλλο σενάριο είναι τόσο κακό, όσο και η γκόμενα που λέει στον τάδε τύπο, “you’re my bitch”. Η παντελής απουσία της όποιας υποθεσιακής δομής δε θα έπρεπε να μας ενοχλεί (ιδιαίτερα όταν πηγαίνει κανείς συνειδητοποιημένος για το τι πρόκειται να δει), στην τελική όμως σε εκνευρίζει αφάνταστα καθώς μάλλον πάει σετάκι με την κακή ηθοποιία των πρωταγωνιστών. Κάπου εκεί φανταζόμαστε ότι ο Clint Eastwood θα φώναξε τον γιο σπίτι, για μερικά ταχύρυθμα μαθήματα πάνω στη κινηματογραφική καριέρα, και εμείς ελπίζουμε ότι θα δούμε σε κάτι καλύτερο τον Scott την επόμενη φορά.

Αν θες να περιοριστείς σε αιματηρά ξεντεριάσματα και χαζοβιόλικους διαλόγους, τότε το «Texas Chainsaw» ενδείκνυται για μια καμένη βραδιά. Παρόλα αυτά έχε στον νου σου πως ούτε και το 3D λέει πολλά, μιας που άντε να “φας καταλάθος” κάνα σανίδι στο κεφάλι. Ή και να δεις τριασδιάστατα μπαλκονοπίσθια, αλλά να σου πω την αλήθεια, αυτό δε το τσέκαρα.

Το μόνο πράγμα το οποίο αξίζει σε αυτή την ταινία είναι το homage στην original ταινία του ΄74, το οποίο συνοδεύει τους τίτλους αρχής, καθώς και η έξυπνη συνένωση του παλιού, με το νέο υλικό, το οποίο αποκαλύπτει την πηγή του μελλοντικού κακού. Σε αυτά, βάλε και το πέρασμα-φόρο τιμής της Marilyn Burns, στον ρόλο της γιαγιάς Varla, της πρωταγωνίστριας στη ταινία του Hooper, η οποία κάνει την πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο, μετά από 28 χρόνια.

Αν έχεις όρεξη για κάτι που έχεις δει ένα εκατομμύριο φορές, μπορείς να τσεκάρεις το «Texas Chainsaw 3D». Σαν εναλλακτική σου προτείνω το «Argo» του Ben Affleck. Άσχετο το ξέρω, αλλά τι να κάνουμε τώρα που αυτό είναι πραγματική ταινιάρα;

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ