Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ – The Great Gatsby (2012)

...

type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>

 

Γράφει ο Χρήστος Μπακατσέλος


Σκηνοθεσία:Baz Luhrmann
Σενάριο: Baz Luhrmann, Craig Pearce, (βασισμένο στο βιβλίο του) F. Scott Fitzgerald
Πρωταγωνιστούν: Leonardo DiCaprio, Carey Mulligan, Isla Fisher, Tobey Maguire, Joel Edgerton
Διάρκεια: 142’
Χώρα: Η.Π.Α., Αυστραλία
Διανομή: Village Films

 

Το βιβλίο του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ», το όποιο εκδόθηκε το 1925, θεωρείται πλέον ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας. Αν και προσωπικά δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, έχω ακούσει και σχόλια και από τις δυο πλευρές που το θεωρούν αριστούργημα, διαχρονικό, ωδή στην ματαιοδοξία του Αμερικάνικου ονείρου και άλλοι που το χαρακτηρίζουν κακογραμμένο, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο νόημα και απαρχαιωμένο.

Μπορεί η ιστορία του Γκάτσμπυ να έχει ήδη μεταφερθεί άλλη μια φορά στην μεγάλη οθόνη το 1974 με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Μία Φάροου, αλλά είναι αυτή εδώ η κινηματογραφική μεταφορά του Μπαζ Λούρμαν που ίσως καταφέρνει να πιάσει τον φαντασμαγορικό, εξωτικά υπέροχο κόσμο του Γκάτσμπυ. Αλλά δυστυχώς δεν είναι όλα τόσο φωτεινά και μνημειώδη όσο θα περίμενες.

«Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ» ακολουθεί τον επίδοξο συγγραφέα Νικ Κάραγουεϊ (στα πρότυπα του ίδιου του Φιτζέραλντ), που φεύγει από τις Μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ για να πάει στην Νέα Υόρκη της άνοιξης του 1922, μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από τα χαλαρά ήθη, την πομπώδη τζαζ, την κυριαρχία του λαθρεμπορίου και της ακμής του χρηματιστηρίου. Κυνηγώντας το δικό του Αμερικανικό Όνειρο, ο Νικ θα βρεθεί δίπλα στον μυστηριώδη και κοσμικό εκατομμυριούχο Τζέι Γκάτσμπυ, και κοντά στην ξαδέρφη του Ντέζι και τον ερωτύλο γαλαζοαίματο σύζυγό της, Τομ Μπιουκάναν. Κάπως έτσι ο Νικ θα χαθεί στον ελκυστικό κόσμο των κροίσων, της ψευδαίσθησης, του έρωτα και της απάτης τους. Καθώς ο Νικ βιώνει τα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τον κόσμο στον οποίο πλέον ζει, καταγράφει την ιστορία του ατελέσφορου έρωτα, των αδιάφθορων ονείρων που αποτελούν σημεία αναφοράς για τη σύγχρονη εποχή.

«Μια ζωή γεμάτη φόβο είναι μια ζωή μισή». Το μότο αυτό από την ταινία του Λούρμαν «Strictly Ballroom» είναι το πρώτο πράγμα που βλέπεις στην ταινία «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ». Και από ο Λούρμαν φαίνεται πως δεν φοβάται καθόλου στο να υπερβάλλει, τουλάχιστον οπτικά, στην νέα του ταινία. Ναι, αυτός ο Γκάτσμπυ είναι ό,τι ακριβώς περιμένεις από μια ταινία του Λούρμαν. Φαντασμαγορική, ένα πολύχρωμο οπτικό πανηγύρι πλημμυρισμένο με μια σουρεαλιστική αισθητική, εμπλουτισμένη με πολλές δόσεις γκλίτερ η οποία αιχμαλωτίζει σχεδόν στην εντέλεια τον παλμό της εποχής εκείνης. Μιας εποχής, η οποία σαγηνεύει με την ομορφιά της και τους γρήγορους ρυθμούς της, αλλά και καλύπτει με φανταχτερές ψευδαισθήσεις την οδυνηρά κενή της φύση: της αδηφαγίας του αμερικάνικου ονείρου. Αυτός είναι και ο κόσμος του Γκάτσμπυ.

Όμως ο Λούρμαν φαίνεται να μην τον ενδιαφέρει τόσο το τι υπάρχει πέρα από τα φώτα, τα αστραφτερά κοστούμια, τα γκλίτερ και τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα τα οποία φωτίζουν τα πάρτι του Γκάτσμπυ. Μαγεύεται από τον κόσμο αυτό και την τεχνητή του λαμπερή φύση και ξεχνάει να σκάψει λίγο παρακάτω για να ανακαλύψει την όποια σαπίλα μπορεί να κρύβει. Αποτυγχάνει να δώσει την απαιτούμενη στιβαρότητα και ένταση σε πολλές στιγμές και δείχνει ανήμπορος να ξεφύγει από τις μετα-μιούζικαλ ρίζες του «Moulin Rouge!» όπου φαίνεται πως προσπαθεί, με αποτυχία, να αναπαράγει κι εδώ. Το αποτέλεσμα είναι να μοιάζει κάτι το τελείως μονοδιάστατο και, πολλές φορές, ρηχό.

Το στυλ του Γκάτσμπι υπερνικά την ουσία του. Το φιλμ σου δίνει λίγο χώρο για να «αναπνεύσεις» καθώς οι αισθήσεις σου νιώθεις πως έχουν υπερφορτωθεί πλημμυρίζει από την αρχή με χρώματα, κίνηση, ήχο και με ένα αναχρονιστικό soundtrack. Τα πάντα να κινούνται γρήγορα, ενίοτε μεθυστικά, και σε αφήνουν με μια αίσθηση ζάλης και αποσυντονισμού.

Ακόμα και όταν ο Λούρμαν βάζει στην άκρη όλα αυτά και προσπαθεί να πει μια τραγική ιστορία αγάπης, δεν καταφέρνει να χτυπήσει τον κατάλληλο συναισθηματισμό γιατί απλά δεν μας έχει κάνει να νοιαστούμε για τους χαρακτήρες του. Δεν εμβαθύνει όσο θα έπρεπε στον ψυχισμό τους, στην τραγική τους φύση και το αποτέλεσμα είναι να μην καταφέρνει να αποδώσει στην εντέλεια αυτή την εγγενή άδεια τους ζωή.

Παρόλα αυτά οι ερμηνείες ως επί το πλείστων είναι εξαιρετικές. Ο Ντι Κάπριο είναι εκπληκτικός στον ρόλο του Γκάτσμπυ o οποίος καταφέρνει να αποδώσει με εξαιρετική ευκολία τον ρομαντικό και την γλυκύτητα αλλά και τον άψυχο χαρακτήρα του, ο οποίος κλείνει μέσα του και μια αβυσσαλέα αγριότητα. Η Κάρεϊ Μάλιγκαν δίνει ένα βάθος στον χαρακτήρα της Νταίζη που μοιάζει ανήμπορη να αντιμετωπίσει την ζωή της και να την βάλει σε μια τάξη. Ο μόνος που μοιάζει εκτός, και δεν κατάφερε να με πείσει καθόλου, είναι ο Τόμπι Μαγκουάιρ στον ρόλο του Νικ Κάραγουεϊ. Δεν είχε αυτή την σπίθα και τον δυναμισμό ενός καλού αφηγητή της ιστορίας. Ίσως με κάποιον άλλο στην θέση του η ταινία να ανέβαινε όσο αφορά στην εξιστόρησή της.

Ο Λούρμαν είναι ίσως αυτός που κατάφερε να αποδώσει, οπτικά τουλάχιστον, τον κόσμο του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και σίγουρα δεν θα υπήρχε καλύτερος να το κάνει. Και σε αυτό σίγουρα δεν αποτυγχάνει. Αλλά, αν και δεν είναι κακός, αυτός ο Γκάτσμπυ μοιάζει να είναι περισσότερο τεχνητός και ψεύτικος όπως ένα από τα πυροτεχνήματα που σκάνε εντυπωσιακά στον βραδινό ουρανό mid July, σε κάποιο από τα πάρτι του, και καταφέρνουν να μαγέψουν τους πάντες, αλλά γρήγορα αυτή η λάμψη τους σβήνει χωρίς να σου προσφέρουν κάτι παραπάνω. Απλά περίμενες κάτι περισσότερο από ένα “wow” moment.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ