Μη Μου Χαλάς τη Μέρα – The Last Stand (2013)

...






 

Γράφει ο Γιώργος Αγγελόπουλος


Σκηνοθεσία: Jee-woon Kim
Σενάριο: Andrew Knauer, Jeffrey Nachmanoff, George Nolfi, Andrew Knauer
Πρωταγωνιστούν: Arnold Schwarzenegger, Forest Whitaker, Johnny Knoxville
Διάρκεια: 107’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Οdeon

 

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τη τελευταία φορά που ο Arnold Schwarzenegger πρωταγωνίστησε σε ταινία κι αυτό γιατί η εκλογή του ως κυβερνήτη της Καλιφόρνια, του απαγόρευε κάτι τέτοιο. Η θητεία του όμως τελείωσε κι ο Arnie δείχνει αποφασισμένος με μια πληθώρα από ταινίες να επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο. H πρώτη απόπειρα λοιπόν είναι το The Last Stand, μετά το οποίο γίνονται προσπάθειες επαναφοράς του Άρνι στα κυβερνητικά του καθήκοντα. Από τα δύο κακά, προτιμότερο είναι το λιγότερο βλαβερό.

Η ιστορία έχει ως εξής: μεγαλέμπορος ναρκωτικών(Cortez) δραπετεύει πριν οδηγηθεί σε θανατική ποινή κι έχοντας οργανώσει ένα σατανικό σχέδιο σκοπεύει να διασχίσει τα σύνορα και να χαθεί στο Μεξικό. Οδηγώντας ένα σούπερ πανίσχυρο αμάξι που κάνει το batmobile να μοιάζει καρότσα, οδεύει προς την ελευθερία ξεπερνώντας τυχόν εμπόδια με περίσσια χάρη και γκάζωμα. Τα απανταχού τσιράκια του φροντίζουν εκκρεμότητες κι όλα βαίνουν καλώς μέχρι που ο Cortez πρέπει να περάσει από τη Summerton Junction, στην οποία σερίφης είναι ο Ray Owens (Arnie). O Owens, παρ’ ότι ηλικιωμένος, θα στήσει μια ομάδα υπαστυνόμων από άσχετους και με το πολυβόλο στο χέρι θα θυμηθεί εποχές Εξολοθρευτή.

Πρόκειται για μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Schwarzenegger, επομένως εκ των προτέρων πας και με την ανάλογη διάθεση κατανόησης. Μπορεί ο Arnie να έχει παίξει σε πολύ καλές ταινίες, όπως οι δύο πρώτοι Εξολοθρευτές, αλλά γενικά η φιλμογραφία του αποτελεί συλλογή ευτελών περιπετειών ή γελοίων κωμωδιών οι οποίες έχουν ίδια ημερομηνία παραγωγής και λήξης. Το “Μη μου χαλάς τη Μέρα” ωστόσο πήγα να το δω με τη καλύτερη των προδιαθέσεων και αυτό γιατί τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Κορεάτης Kim Jee-woon που έχει κάνει μικρά αριστουργήματα, όπως το “I Saw the Devil” και το “A Tale of two Sisters”. Το μαγικό Hollywood όμως είναι ευχή και κατάρα, αφού ότι σου δίνει σε λεφτά στο παίρνει σε ταλέντο.

Ενώ περιμένεις λοιπόν να δεις τη τρελή κι ευφάνταστη σκηνοθεσία του “The Good, the Bad, the Weird” με τις εξωφρενικές πλανοθεσίες, τελικά ανταμείβεσαι με ένα ευνουχισμένο αποτέλεσμα για το οποίο θα μπορούσε να ευθύνεται κι ένας τριτοκλασάτος σκηνοθέτης βιντεοταινίας. Μηδέν αισθητική, μηδέν φαντασία, μηδέν και στο πηλίκο. Ποιος ο λόγος να φέρεις έναν σκηνοθέτη από την άλλη άκρη της γης, αν είναι να του στερήσεις τη καλλιτεχνική ελευθερία με την οποία παρήγαγε τα έργα για τα οποία τον προσέλαβες; Είναι τόσο μάταιη κίνηση και συγχωρείται μόνο εάν ο Kim Jee-woon πάρει τα λεφτά, γυρίσει στη Κορέα και κάνει γρήγορα μ’ αυτά μια ταινία άξια προβολής.

Το σενάριο μπάζει αναμενόμενα από παντού. Ο κακός της υπόθεσης ξοδεύει το ενενήντα τοις εκατό της ταινίας πίσω από ένα τιμόνι, άρα τι σόι κακός είναι θα μου πεις. Απ’ την άλλη, ο Arnie που υποτίθεται είναι και ο ήρωας της ταινίας, το πρώτο μισό της ταινίας εμφανίζεται ελάχιστα και μικρές σκηνές μηδενικής σημασίας. Ας κάνουμε εδώ μια παρένθεση για να θίξουμε το θέμα του πόσο κακός ηθοποιός είναι ο Schwarzenegger. Ίσως φταίει ότι γέρασε, ίσως φταίει ότι λείπει καιρό απ’ το κουρμπέτι και ξεσυνήθισε, ίσως φταίει κι ότι δεν είχε ταλέντο εξ’ αρχής για να το χάσει. Ότι και να φταίει πάντως η ερμηνεία του είναι με διαφορά από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Κάθε ατάκα τη λέει σαν το πεντάχρονο που προσπαθεί να διαβάσει τη λίστα του σουπερμάρκετ της μαμάς του. Να είχε και τίποτα άξιο αγοράς αυτή η λίστα να πω ναι, αλλά ούτε καν μιας και οι ατάκες περιορίζονται στο “Μου χάλασες το ρεπό”.

Ακόμα βέβαια κι όταν πλησιάζουμε προς το τέλος και η δράση αυξάνεται, ο σερίφης που υποδύεται είναι περισσότερο διακοσμητική παρά ηγετική φιγούρα. Το ότι τον έχουν πάρει τα χρόνια είναι ένα στοιχείο που μολονότι υπάρχει χρησιμοποιείται ελάχιστα, χάνοντας πολλές ευκαιρίες για γέλιο κι αυτοσαρκασμό(βλ. Expendables). Αντ’ αυτού, μια ομάδα από αστυφύλακες προορίζονται για τη γέννηση του πεθαμένου εδώ και δεκαετίες κλισέ βλακώδους χιούμορ που χρησιμοποιείται. Όσον αφορά τη κορύφωση της ταινίας (!spoilers!spoilers!) όπου ο Arnie πιάνεται χέρι χέρι με τον κακό, είναι τόσο τραγική που ξεπερνάει τα όρια του γελοίου και θυμίζει τη μάχη που έχουν οι δύο παππούδες στο UP της Disney. Στο τέλος φυσικά ο Arnie καταφέρνει με τα δυο του χέρια να βάλει κάτω τον κακό που έχει τα μισά του χρόνια αλλά προφανώς ούτε τη μισή από τη ψυχική του δύναμη(;).

To “The Last Stand” είναι μια ταινία που τη ξεχνάς ενώ τη βλέπεις, όχι μόνο γιατί συμβαίνει αυτόματα κι επί τόπου αλλά και γιατί θες να συμβεί. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από την κατάρριψη ενός πολύ καλού σκηνοθέτη κι ενός σταρ που στο παρελθόν ήταν σύμβολο δύναμης ενώ τώρα στηρίζεται σε πι. Δυστυχώς όλα συμπυκνώνονται στον προφητικό τίτλο που έδωσε η εταιρία διανομής στην Ελλάδα. Λυπάμαι, αλλά μη μου χαλάς τη μέρα.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ