The Paperboy (2012)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Lee Daniels
Σενάριο: Lee Daniels,Peter Dexter, (βασισμένο στο βιβλίο του) Peter Dexter
Πρωταγωνιστούν: Zac Efron,Matthew McConaughey, Nicole Kidman, John Cusack
Διάρκεια: 107’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Odeon

 

Αμερικάνικος Νότος, 1969. Ο δημοσιογράφος των Miami Times, Ward Jensen (McConaughey), αποφασίζει να επισκεφτεί μαζί με τον συνάδελφό του, Yardley (David Oyelowo), την γενέτειρά του Louisiana, προκειμένου να βοηθήσουν από κοινού την έρευνα της Charlotte Bless (Kidman), μιας κινούμενης, trash πρόκλησης, αναφορικά με την αθωότητα του μελλοθάνατου Hillary Van Wetter (Cusack). H Charlotte, είναι μια γυναίκα που “την βρίσκει” να αλληλογραφεί με μελλοθάνατους που εκτίουν την ποινή τους στις φυλακές, με τη διαφορά πως αυτή την φορά, αποφασίζει να κάνει οτι περνάει από το χέρι της-και από ανάμεσα στα πόδια της-προκειμένου να επιτύχει παρέα με τους δυο δημοσιογράφους, την αθώωση του Hillary, για την δολοφονία ενός σερίφη. Και ενώ η υπόθεση μοιάζει να δρομολογείται, στον καρικατουρίστικο αυτόν χορό, θα μπει και ο μικρός αδελφός του Ward, Jack (Efron), ο οποίος όταν δεν περιφέρεται με το λευκό του σωβρακάκι, μοιράζει την εφημερίδα που εκδίδει ο πατέρας του, σαν καλό “paperboy” που είναι. Κάπου εκεί, βρίσκει και τον χρόνο να τρεχοσαλιάζει για τα μίνια και την ξεπλυμένη γοητεία της Charlotte, την οποία ακολουθεί σαν πιστό σκυλάκι. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Δεν νομίζω…

Η πρώτη ταινία του Αμερικανού σκηνοθέτη, Lee Daniels, μετά το υπερδραματικά βαριόμοιρο, «Precious», αποτέλεσε και μια από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες της χρονιάς που μας πέρασε, μιας που είτε βρήκε ένθερμους υποστηρικτές (η αλήθεια είναι όχι πολλούς), είτε δέχτηκε τα γιουχαΐσματα των αγανακτισμένων θεατών, όπως μάλιστα έγινε και στο Φεστιβάλ των Καννών, στο οποίο το «The Paperboy», ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα.

Η αλήθεια είναι πάντως πως η συγκεκριμένη ταινία, μάλλον δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να ανταποκριθεί στα γούστα ενός μέσου θεατή, μιας που ο Daniels κάνει ότι μπορεί, προκειμένου να οδηγήσει, αφενός το σενάριό του και αφετέρου την σκηνοθεσία του, στα πιο ευφάνταστα και κάποιες φορές, σαδομαζοχιστικά όρια, που μπορείς να φανταστείς. Αυτή η προσέγγιση του ομώνυμου, λογοτεχνικού δημιουργήματος του Peter Dexter, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, κάθε άλλο, παρά εντύπωση πρέπει να προκαλεί, μιας που μπορεί ο σκηνοθέτης να επικεντρώνεται υπέρ του δέοντος, στην σεξουαλίζουσα φύση των χαρακτήρων, η οποία κλέβει την παράσταση, θυσιάζοντας έτσι στο μεγαλύτερο μέρος την δυναμική μιας crime υπόθεσης, για χάρη του ροζ βρακιού και των παραφουσκωμένων χειλιών της Kidman, παρόλα αυτά, η δημιουργία μιας “second”, υγρασιασμένης μέχρι το μεδούλι, pulp-ίζουσας ατμόσφαιρας, μόνο σαν φυσική συνέχεια μπορεί να έχει την αισχρά σεξουαλική φύση των ηρώων και άρα της σκοτεινής τους πλευράς. Είναι σαν να προσπαθείς να παρουσιάσεις τους ανθρώπους μιας πόλης βυθισμένης στον θόρυβο, την κίνηση και την περιβαλλοντολογική μόλυνση, ήρεμους, πειθήνιους και ευτυχισμένους. Δεν γίνεται. Για τον λόγο αυτό, το πρωταγωνιστικό cast του Daniels, απαρτίζεται από άτομα έρμαια του περιβάλλοντός τους: σαδιστές δολοφόνους, πρόστυχες γυναίκες, σφιχτοδεμένα αγόρια με περιορισμένες σκέψεις και χαρακτήρες με kinky μυστικά. Όταν έχεις μεγαλώσει στους ελώδεις βάλτους της Louisiana, κάτω από έναν αδυσώπητα, καυτό ήλιο, να ιδρώνεις σαν γουρούνι και η υγρασία να κολλάει πάνω σου σαν δεύτερο πετσί, αλήθεια, τι ευκαιρίες φαίνεται να κερδίζεις στην ζωή σου; Αν κάποιος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του Daniels, αυτός είναι τελικά η γεμάτη απόγνωση και χαμένες ευκαιρίες, πνιγηρή ατμόσφαιρα της Louisiana.

Αν και φανταζόμαστε το «The Paperboy» να παίρνει μετρημένη, ιλαρώδη σάρκα και οστά, σε περίπτωση που το πράγμα είχε ευοδώσει και ο Pedro Almodovar είχε τελικά καθίσει πίσω από την κάμερα της ιστορίας που κυνηγούσε γύρω στα δέκα χρόνια να κάνει ταινία, εντούτοις δεν μπορούμε να μείνουμε και αμέτοχοι στο περιβάλλον που δημιούργησε για τις αισθήσεις μας ο Daniels και οι συνεργάτες του. Χαρακτηριστική εξάλλου είναι η συμβολή του κινηματογραφιστή, Roberto Schaefer ο οποίος με την παλιακή, vintage κινηματογράφησή του, αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την 70’s αισθητική που πλαισιώνεται από τα ανάλογα ντυσίματα, χτενίσματα, ακόμα και συμπεριφορές. Μέσα σε αυτή την εξίσου ξεπλυμένη με την Charlotte, φωτογραφία, υπάρχουν και κοινωνικές νύξεις αναφορικά με την παρουσία των έγχρωμων, που ποτέ όμως δεν ξεφεύγουν από το πλαίσιο της νύξης και τίποτε παραπάνω.

Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση, φαντάζει μάλλον επίπεδη, βεβιασμένη και γεμάτη κενά σε μια πληθώρα σημείων, εντούτοις είναι εντυπωσιακό να βλέπεις πως μέσα σε μια τόσο επικίνδυνη και στα όρια του τραγελαφικού ταινία, οι ηθοποιοί υποδύονται με μαεστρία τους ρόλους τους. Η Kidman σαν άλλη φουσκωτή κούκλα, με πλατινέ καούκα και βλεφαρίδες που φτάνουν στον Θεό (she is Bless after all), κερδίζει τις εντυπώσεις ως έτερον, white trash ήμισυ του αλλόφρονα Hillary, στον ρόλο του οποίου δεν έχεις ξαναδεί έναν τόσο βρωμιάρη και μανιασμένο John Cusack, ποτέ άλλοτε. Παράλληλα, ακόμα και ο Efron υποδύεται με αγορίστικη χάρη τον πάλαι ποτέ φιλόδοξο κολυμβητή, περιορισμένος στα απαραίτητα κενά βλέμματα και τα ξανάματα που του προκαλεί η Charlotte. Φυσικά, δεν ξεχνάμε και τον McConaughey, ο οποίος όσο πάει γίνεται και καλύτερος. Εδώ ακολουθεί τα υποκριτικά μονοπάτια στα οποία τον έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, παραδίδοντας southern γοητεία και το all time classic, wet look του, το οποίο όμως οφείλεται στην τρομακτική, υγρασιαστική δυσωδία, που νιώθεις να ακολουθεί και εσένα μετά το τέλος της ταινίας.

Αν αποφασίσεις τελικά να μπεις σε αυτό το σκιώδες “κλίμα”, το γεμάτο βούρκο, πρασινωπή λάσπη και ανθρώπινη χαβούζα, να είσαι σίγουρος ότι και αυτό θα μπει μέσα σ’ εσένα.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ