Ο Κυνηγός – The Hunter (2011)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Daniel Nettheim
Σενάριο: Alice Addison, βασισμένο στο βιβλίο της Julia Leigh
Πρωταγωνιστούν: Willem Dafoe, Frances O’Connor, Sam Neill
Διάρκεια: 102’
Χώρα: Αυστραλία
Διανομή: Strada Films

 

Ο Martin (Dafoe), είναι ένας επαγγελματίας κυνηγός, ο οποίος προσλαμβάνεται από την “Red Leaf”, μια εταιρία βιοτεχνολογίας, με την αποστολή να εντοπίσει και να φέρει πίσω, το DNA του μοναδικού ζώου ενός εξαφανισμένου είδους, που φημολογείται ότι εξακολουθεί να υπάρχει, κάπου στα αυστραλιανά δάση: της τίγρης της Τασμανίας.

Φτάνοντας στην περιοχή, ο σκληραγωγημένος μισθοφόρος, θα ξεκινήσει ένα κοπιώδες ταξίδι προκειμένου να βρει τα ίχνη που θα τον οδηγήσουν στην άπιαστη μέχρι τώρα, τίγρη, η οποία μοιάζει να παραπέμπει περισσότερο σε ασπρόμαυρο, αγριόσκυλο, παρά σε κάποιο πρωτόγονο είδος αιλουροειδούς. Και όσο η αναζήτηση του Martin θα κορυφώνεται, τόσο ο ίδιος θα απομακρύνεται από τον μοναχική, μονοδιάστατη ζωή, μπαίνοντας για τα καλά στην καθημερινότητα της οικογένειας που του νοικιάζει το δωμάτιο, στο οποίο ξοδεύει τον χρόνο του, όταν δεν τριγυρίζει ανάμεσα σε καταπράσινα, δασώδη μονοπάτια και γαργαριστά ποτάμια. Η σχέση του με την Lucy (O’Connor), μια κοινοβιακή τύπισσα που προασπίζει την προστασία της χλωρίδας στην περιοχή, και τα παιδιά της, θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην πορεία της έρευνας του πρωταγωνιστή, αφού η εξαφάνιση του πατέρα της οικογένειας κάτω από μυστήριες συνθήκες, θα καταστήσει τον Martin κάτι σαν εναλλακτικό αρσενικό-προστάτη. Ο χρόνος όμως τρέχει, και η εταιρία θέλει αποτελέσματα, αποτελέσματα που εν μέσω της δυσκολίας εντοπισμού του θρυλικού ζώου, αλλά και του άτυπου πολέμου που έχουν κηρύξει οι ντόπιοι υλοτόμοι στον ξένο Martin, μοιάζουν να καθυστερούν ολοένα και περισσότερο. Και αυτό δεν είναι καθόλου καλό…

Ο Αυστραλός Daniel Nettheim, με βαρύ τηλεοπτικό φορτίο στην πλάτη, σκηνοθετεί εδώ την δεύτερη, μεγάλου μήκους ταινία του, έπειτα από το «Angst», δώδεκα χρόνια πριν. Έχοντας αυτή τη φορά στο πλευρό του την άγρια ομορφιά των τασμανικών τοπίων, την τροπική υγρασία που θαρρείς ότι περονιάζει το δέρμα σου, καθώς και το ομιχλώδες ψύχος το οποίο είναι ικανό να σε υποβάλει σε ένα πρώτης τάξεως, κροτάλισμα των δοντιών σου, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι το «The Hunter», είναι μια από εκείνες τις ταινίες που σε κάνουν να χάσκεις με το στόμα ανοιχτό, μπροστά στο μεγαλείο της Φύσης, της απεραντότητάς της, αλλά και της ύπουλης αλήθειας της, ικανής να αφανίσει τα πάντα.

Εκτός βέβαια από την τοπογραφική ομορφιά της περιοχής στην οποία έγιναν τα γυρίσματα (ακριβώς στην Τασμανία), ο Nettheim στήριξε την σκηνοθεσία του στην ιστορία της ομώνυμης νουβέλας, όπως αυτή γράφηκε το 1999 από την συμπατριώτισσά του συγγραφέα, Julia Leigh. Από τη στιγμή λοιπόν που η βιβλιακή πλοκή εκτυλισσόταν στα υγρά δάση της Τασμανίας, δεν υπήρχε άλλη επιλογή για τον σκηνοθέτη, από το να μεταφέρει και επί της μεγάλης οθόνης αυτή την ιστορία, τοποθετώντας την ακριβώς στην περιοχική καρδιά του λογοτεχνικού δημιουργήματος της Leigh. Και αυτό ακριβώς αποτελεί το δυνατό χαρτί της ταινίας, σε μια κατά τα άλλα προσγειωμένη και κατά τόπους νωχελική, κινηματογραφική προσπάθεια.

Αν και η ταινία είναι γεμάτη από εντυπωσιακά τοπία και γήινη ομορφιά, με μια φωτογραφία που αξίζει πολλά, εντούτοις φαίνεται πως το βασικό της πρόβλημα έγκειται στο σενάριο, και όχι τόσο στην σκηνοθεσία. Ο χαρακτήρας του Martin γίνεται ξεκάθαρος από νωρίς: είναι ο μοναχικός τύπος που κάνει τη δουλειά του, παίρνει το παραδάκι και συνεχίζει για τα επόμενα. Το γεγονός ότι γινόμαστε μάρτυρες μιας σταδιακής μεταστροφής του, καθόλου δεν μας ξενίζει, αλλά είναι και κάτι το απόλυτα θεμιτό. Αυτό βέβαια που μοιάζει κάπως παράταιρο αναφορικά με την πορεία της ταινίας, είναι το χτίσιμο της δραματικής υπόστασης της υπόθεσης, η οποία μοιάζει αρκετά βεβιασμένη, και μάλλον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εμπλοκή του ήρωα στην οικογενειακή πραγματικότητα, είναι απλά μια προσπάθεια των σεναριογράφων, να “γεμίσουν” την ταινία και να δικαιολογήσουν έτσι το τέλος της. Για τον λόγο αυτό, η ερμηνεία της O’Connor μοιάζει να καίγεται γρήγορα, ενώ και η παρουσία του Sam Neill είναι περιορισμένη και ο ρόλος του, ένα ακόμη, από τα πολλά-και αχρείαστα-κερασάκια στην τούρτα.

Ο Willem Dafoe, είναι αυτός που επί της ουσίας προσπαθεί να μαζέψει την προσοχή πάνω του, διατηρώντας το μουσάτο look του, και αφήνοντας τα ερμηνευτικά ψίχουλα μιας επερχόμενης αλλαγής προσωπικότητας, να κάνουν τη δουλειά τους. Ο Dafoe έχει έτσι κι αλλιώς αποδείξει πως όταν του δίνεται η ευκαιρία, έχει μια ηθοποιϊκή δεινότητα, που μπορεί να σταθεί και μόνη της μέσα σε μια ταινία. Θέλει δε θέλει, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και εδώ. Αν και η πλοκή χαρακτηρίζεται από αρκετές λογικές τρύπες, και το πράγμα κάπου χάνεται όσον αφορά τα πατρικά ένστικτα και τα συζυγικά καθήκοντα, εντούτοις το «The Hunter» μπορεί να σου αφήσει μια επίγευση καλής ταινίας, κυρίως χάρη στην πανέμορφη φωτογραφία του, την διακριτική σκηνοθεσία που σιγοντάρει, καθώς και την φυσιολατρική της διάσταση, η οποία εκφράζεται ιδανικά στο πρόσωπο-μύθο, του τετράποδου θηλαστικού.

Μιουταρισμένη από εξάρσεις συναισθήματος, και περιορισμένη περισσότερο στη βάση μιας νατουραλιστικής, ανθρώπινης προσέγγισης, το «The Hunter», έχει τις αδυναμίες του (που για πολλούς εκφράζονται στις μεγάλες, σιωπηλές του παύσης), σε ξεπληρώνει όμως κυρίως μέσα από την βουνίσια, οδοιπορική καθημερινότητα του ήρωα, που λειτουργεί εξαγνιστικά πάνω σε εκείνον και-γιατί όχι;- και πάνω σε εσένα.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ