Μαθήματα Ενηλικίωσης – The Sessions (2012)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Ben Lewin
Σενάριο: JBen Lewin, βασισμένο στο άρθρο του Mark O’Brien
Πρωταγωνιστούν: John Hawkes, Helen Hunt, William H. Macy, Moon Bloodgood
Διάρκεια: 95’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Odeon

 

O 38χρονος Mark O’Brien (Hawkes), είναι σπιρτόζος, πνευματικά ενεργητικός, δηλώνει δημοσιογράφος και αθεράπευτα ρομαντικός ποιητής. Διαθέτει χιούμορ, αυτοσαρκασμό και δεν διστάζει να ξεκινάει συζητήσεις σεξουαλικής φύσεως, με τον φίλο του και ιερέα της περιοχής, Father Brendan (Macy). Παρά το γεγονός ότι ο Mark βρίσκεται καθηλωμένος σε έναν σιδηρούν θάλαμο (“iron lung”) από την τρυφερή ηλικία των έξι ετών, όταν και ‘χτυπήθηκε’ από πολιομυελίτιδα, φαίνεται πως δεν το έχει βάλει κάτω, συνεχίζοντας να ζει ακμαίος και δημιουργικός. Παρόλα αυτά, όπως κάθε έμβιο ον, έχει και αυτός τις δικές του…αρχέγονες ανάγκες, οι οποίες περιστρέφονται σε έναν μεγάλο βαθμό, γύρω από την σεξουαλική συνεύρεση, την οποία η κατάστασή του, καθιστούσε μάλλον απαγορευτική. Παίρνοντας τελικά την μεγάλη απόφαση κοντά στα σαράντα του, θα αισθανθεί πως έχει έρθει η ώρα να χάσει επιτέλους την παρθενιά του, και να βιώσει και αυτός τις χαρές και τις απολαύσεις του σεξ. Βοηθό, σε αυτό το “καμασουτρικό ταξίδι για αρχάριους”, θα αποτελέσει η όμορφη (και ώριμη) sex surrogate, Cheryl (Hunt). Η ίδια θα προσπαθήσει να μυήσει τον Mark, με περισσή προσοχή, στον δρόμο της ενστικτώδους σεξουαλικής πράξης και κυρίως, στην ψυχική και σαρκική επικοινωνία, των δυο τους σωμάτων. Το σφριγηλό πνεύμα, ποτέ δεν ήταν πιο αμετάκλητα αποδεσμευμένο, από το ασθενές σώμα…

Το Hollywood έβρισκε από πάντα κινηματογραφική έμπνευση στις αληθινές ιστορίες, και έτσι το «The Sessions» ακολουθεί με την σειρά του πιστά, αυτή την περιεχομενική παράδοση, με το story της ταινίας, να βασίζεται σε ένα μεγάλο μέρος, στο άρθρο που είχε γράψει ο ίδιος ο O’Brien με τίτλο “On Seeing a Sex Surrogate”, και στο οποίο περιέγραφε την ιδιαίτερη και προσωπική του εμπειρία, με μια σεξοθεραπεύτρια.

Η αλήθεια είναι πάντως, πως το σενάριο της ταινίας, θα μπορούσε να αποτελέσει στα χέρια ενός μέτριου ή-ας το παραδεχτούμε-καθαρά εμπορικού σκηνοθέτη, πρώτης τάξεως ευκαιρία, για την πρόκληση δακρύβρεχτων στιγμών και μελοδράματος στα όρια, μιας που η εκ των πραγμάτων βαρύτητα που φέρει το πρόβλημα υγείας, το οποίο λειτουργεί στην βάση μιας κατά τα άλλα άκρως αισιόδοξης ταινίας, αποτελεί αναμφίβολα εύκολη, συγκινησιακή παγίδα. Εντούτοις ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ben Lewin, καταφέρνει να απομακρυνθεί θαυμάσια από τσάμπα κλάμα και βαρετούς συναισθηματισμούς, σκιαγραφόντας περισσότερο την ιστορία ενός μικρόκοσμου, μέσα στην αδιάκοπη καθημερινότητα του μακρόκοσμου.

Ο λόγος για τον οποίο ο Lewin, βρίσκει από την αρχή τις απαραίτητες ισορροπίες ανάμεσα στο χιούμορ, και τον ελαφρύ συναισθηματισμό, είναι απλός μεν στα μάτια του θεατή, στάση ζωής δε για τον ίδιο τον δημιουργό: το γεγονός, ότι και ο ίδιος είχε προσβληθεί στην ηλικία των έξι, από πολιομυελίτιδα.

Γίνεται λοιπόν αμέσως αντιληπτό, πως ένας άνθρωπος ο οποίος κουβαλάει πάνω του το ίδιο ακριβώς βίωμα με τον εν δυνάμει ήρωά του, δεν μπορεί, παρά να αφηγηθεί την ιστορία του με σεβασμό και τις απαραίτητες δόσεις μέτρου. Σκεφτείτε εξάλλου και την προσωπική εμπειρία του David O. Russell, ο οποίος φέτος μας έδωσε το «Silver Linings Playbook», μια από τις καλύτερες, αντικειμενικά, ταινίες, της χρονιάς. Ο O.Russell κατάφερε να αποδώσει τον χαρακτήρα του διπολικού Pat, με σαφήνεια και ρεαλισμό, οφείλοντας σε έναν μεγάλο βαθμό αυτή του την αντιμετώπιση, στο πρόβλημα του διπολισμού από το οποίο πάσχει και ο γιος του.

Θα λέγαμε λοιπόν, ότι η βιωματική εμπειρία μιας τόσο συγκλονιστικής κατάστασης, από τον ίδιο τον δημιουργό, μάλλον λειτουργεί θετικά και στην περίπτωση του Lewin, ο οποίος κόντρα σε κάθε αποτέλεσμα, κατασκευάζει ένα σύμπαν συμπαθητικών χαρακτήρων, υπέροχα ελκυστικών ερμηνειών και μιας ειλικρινούς ωδής πάνω στην δύναμη της ψυχής, του μυαλού και του ιδιοφυούς πνεύματος, εμποτισμένα όλα με μια λεπτή στρώση φίνας συγκίνησης, που δεν σε αφήνει να παρασυρθείς από τις-ανύπαρκτες έτσι κι αλλιώς-υπερβολές της, μα περισσότερο από την αίσθηση των μινιμαλιστικών, αλλά ουσιωδών συναισθημάτων που σου προκαλεί.

Η έννοια της σεξουαλικότητας (είτε αυτή εκφράζεται ως θεωρία, είτε ως πράξη), αποτελεί την κινητήριο δύναμη της ταινίας, η οποία πραγματώνεται και μέσα από την χρήση του απαραίτητου και απογυμνωμένου από κάθε υπόνοια προστυχιάς, λεξιλογίου. Το σεξ είναι στην ουσία το μέσο για την διασκέδαση, την απελευθέρωση και την απενοχοποίηση, κυρίως των θεατών, μιας που το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται το story, κάθε άλλο, παρά συντηρητικό το λες. Ένεκεν και τα 80’s βλέπεις…

Οι ερμηνείες, όπως περιμένεις από μια ταινία με ήπια, σκηνοθετική καθοδήγηση, είναι εξαιρετικές. O Macy στον ρόλο του ιερέα, είναι cool και αυτό φαίνεται, η Hunt, σε κρεσέντο ξεγυμνώματος, διατυμπανίζει οπτικώς τα ερμηνευτικά της κάλλη (και οχι μόνο), ενώ ο Hawkes, μας κάνει να τσαντιζόμαστε που απουσιάζει από τους φετινούς υποψήφιους των Oscar, μιας που εδώ παραδίδει για ακόμη μια φορά μαθήματα, ηθοποιϊκής “ενηλικίωσης”, σε έναν ρόλο πρόκληση. Σαρωτικός.

Καλογραμμένοι διάλογοι, χιούμορ, ερμηνευτικό βάρος, ένα ιδιάζον, wannabe love story, και μια καθολική feel good διάθεση, συνθέτουν το «The Sessions», μια ταινία που σίγουρα θα σας κάνει να δείτε την πραγματικότητά σας αλλιώς.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ