This was Reel.

Θα είμαστε εδώ.

– Μάλιστα, από ποιο μέσο είστε;
– Reel.gr
– Από τη Real;
– Όχι, όχι, reel, R-E-E-L.

Τι σημασία έχει άραγε η αναγνω(ρι)σιμότητα στην κινηματογραφική αρθρογραφία; In the grand scheme of things, μετράει παραπάνω η καύλα και η ρομαντική αντίληψη πως έστω κι ένας άνθρωπος άνοιξε το ρημαδοκείμενο σου και αναφώνησε «Δεν ήξερα για αυτή την ταινία και τώρα θέλω να τη δω»; Ή μήπως όλα αυτά είναι πίπες, και είναι προτιμότερο το να κάνουν share και comments με καρδούλες 170 τύποι, ακόμα κι αν ανεβάζεις πως ο Taylor Lautner αποφάσισε να γίνει vegan μετά το Twilight;

Σε κάθε περίπτωση, πέρα από το να γκρινιάζουμε αενάως δημιουργώντας δίπολα στον εαυτό μας, κακό-καλό, εμπορικό-φεστιβαλικό και λοιπές φαιδρότητες που απλά μας δίνουν το άλλοθι να νιώσουμε επιτέλους το underdog που με τόση κάψα επιθυμούμε, η αλήθεια είναι πως έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Whatever tickles your fancy, mate. Προσωπικά, η καύλα μου είναι να γράφω για σινεμά, να δημιουργώ αφιερώματα για οποιοδήποτε λόγο και αφορμή, να κάτσω να δω τα sci-fi του ’70 και μετά να γράψω για αυτό. Διπλή απόλαυση. Τρέλα η παρακολούθηση ταινιών, τρέλα και το γράψιμο πάνω σ’αυτές. Τρέλα και η αλληλεπίδραση με ανθρώπους που γουστάρουν, σαφώς. Την έχεις δε την έχεις, όμως, αν γουστάρεις τη φάση, τη βρίσκεις και μόνος σου.
Στα 15-16 μου άρχισα να ψάχνομαι πρώτη φορά, να τρελαίνομαι με το σινεμά (ένα μικρόβιο που μου χε κολλήσει η θεία μου, που μου έγραφε βιντεοκασέτες κάθε εβδομάδα), να ανακαλύπτω μουσική, να, να, να. Ναι, δε γεννήθηκα με το Au Hazard Balthazar ανά χείρας, kudos σ’ αυτούς που βγάζουν σπυράκια με οτιδήποτε έχει πάνω από 950 ψήφους στο imdb, αλλά δεν ανήκω σε αυτούς. Αν δεν έχεις γνωρίσει το trash και το αυθεντικό λαϊκό –ξεκάθαρες μορφές τέχνης of their own- όσο γνωρίζεις, αντίστοιχα, το «υψηλό», είσαι ένας φτωχότερος άνθρωπος. Άποψή μου.

Φτάνοντας στις πανελλήνιες, δεν είχα ούτε 1% όρεξη να διαβάζω μαλακίες που δε με ενδιέφεραν. Έτσι, ωμά. Θα μπορούσα να κάτσω και να το προσπαθήσω, για να μπω στα Μ.Μ.Ε ή στου κινηματογράφου. Nope. Κάτω από τις πιέσεις των μικροαστικών «τι θα κάνεις με τη ζωή σου χωρίς πανεπιστήμιο», που πάνω κάτω βιώνουμε οι περισσότεροι, πήγα σε μία σχολή αθλητικής δημοσιογραφίας –πολύ αργότερα έμαθα πως και ο Roger Ebert, αιώνια αγαπημένος είχε αρχίσει ως αθλητικογράφος, και πέρασα κάποιες ευχάριστες ώρες αστειευόμενος με τη σύμπτωση. Δούλεψα λίγο στο χώρο. Δε την πάλεψα ιδιαίτερα με το σύμπαν των γραφιάδων-ρεπόρτερ της μπάλας, δεν κολλούσαμε σαν ενδιαφέροντα, στα πέρα από τη μπαλίτσα –για τσίπουρα ή μπύρες, ωραία περνούσαμε. Παραιτήθηκα μετά από ένα χρόνο. Βοήθησε λίγο και το ότι δούλευα απλήρωτος, φυσικά. Little did I know.
Ευρισκόμενος σε ένα τέλμα προσανατολισμού λοιπόν, και αφού είχε περάσει ένας χρόνος στρατού στον οποίο έκανα τον σινεκριτικό του στρατοπέδου, έχοντας πάρει μία μνημειώδη άδεια για να παω στο ΦΚΘ, εισπράττοντας την απάντηση «Πάω κι εγώ καμιά φορά, γιατί έχει κάτι μικρούλες τρελά γκομενάκια», αναρωτιόμουν τι θα μπορούσα να κάνω, μιας και δεν είχα ιδέα για τον κόσμο της κινηματογραφικής κριτικής εν Ελλάδι.

Μία ημέρα, λοιπόν, εμφανίζεται στο Facebook-ικό μου timeline μία αγγελία, «Το Reel σε χρειάζεται» -όπως θα αντιλαμβανόμουν αργότερα, εγώ ήμουν αυτός που το χρειαζόταν στη ζωή μου. Έστειλα, χωρίς να έχω την παραμικρή ελπίδα, πολλώ δε μάλλον όταν μου ζήτησαν δύο κριτικές για να δουν τη γραφή μου: το Avatar και το Amour του Χάνεκε. Κάθισα και έγραψα εκείνο το σαββατοκύριακο, δύο και τρεις φορές μέχρι να καταλήξω –είχα πάντα εμπιστοσύνη στον τρόπο γραφής μου, μα αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, αχαρτογράφητα νερά που δε γνώριζα- και τα έστειλα. Σημαντική λεπτομέρεια: δεν είδα ποτέ το Avatar, μίας και δεν ήθελα να το δω στη μη 3D εκδοχή του.

Πέρασαν δύο εβδομάδες, νέα δεν είχα, οπότε είχα αποδεχθεί στωικά τη μοίρα μου, λέγοντας και ξαναλέγοντας στον εαυτό μου πως «εντάξει μωρέ, το ήξερα». Ένα βράδυ που έπινα μπύρες σε ένα παρκάκι, το τηλέφωνο χτύπησε και ο –μετέπειτα καλός φίλος- Δημήτρης μου είπε το πολυπόθητο «Μας άρεσε πολύ το πώς γράφεις και θα θέλαμε να συνεργαστούμε». Ένιωσα σαν η Άμστελ στο χέρι μου να μεταμορφώθηκε σε Guinness βαρέλι στην καλύτερη μπυραρία του Δουβλίνου, το Στίβενσον τσιγάρο σε μαλμποράκι που τράκαρα από τον Marlboro Man από την πρώτη παρτίδα του εργοστασίου και, με συντροφιά αυτά τα δύο να αράζω με τον εφηβικό μου έρωτα σε μία ταράτσα βράδυ Μαΐου και να βλέπουμε το In the Mood for Love. Αργότερα, το είπα σε όποιον ήξερα, με την αφελή παιδικότητα του «Κοίτα μαμα! Χωρίς χέρια». Πίστευα πως άλλαζα τον κόσμο μου. Στην πραγματικότητα, έμπαινα στην ίδια αδηφάγα πραγματικότητα με άλλα εκατοντάδες άτομα που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον βράχο που επιβλέπει τη Σαβάννα: στο πολυθρύλητο «Κάνω αυτό από γουστάρω τρελά, και ζω από αυτό». Κι όμως, άλλαξα άρδην τον κόσμο μου.

Αρχίζοντας να πηγαίνω στις δημοσιογραφικές προβολές, όπου φυσικά, είχα μεγεθύνει περίπου 120.000 φορές το μοναδικό μου προνόμιο, άφησα πίσω το δέρμα μου σαν τα ερπετά: το «αυτός γουστάρει το σινεμά» έγινε «ρε μαλάκα, σταμάτα να μιλάς για σινεμά 5 λέπτά» -αντίστοιχο με μία σκηνή στο πολύ αγαπητό μου Dead Snow. Πλέον, είχα διαμορφώσει την καθημερινότητα μου βάσει κινηματογράφου: έβλεπα ταινίες με μανία, διάβαζα, έλεγα ανέκδοτες ιστορίες και trivia ενόσω βρισκόμουν με παρέες που απηυδούσαν κάθε λίγο και λιγάκι με αυτό το τριπάκι. Φυσικά, όποιος ξέρει μόνο το σινεμά, δεν ξέρει ούτε από σινεμά, και λίγο μετά ασχολήθηκα πιο σφαιρικά με πράγματα.

Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της ζωής μου ήταν η γνωριμία με τα παιδιά, τη λοιπή «συντακτική ομάδα» -πόσο γελοίος τίτλος, όταν δουλεύεις αποκλειστικά με την καύλα σου. Τον Δημήτρη, τον Γιώργο. Τη Βαρβάρα –αξίζει να είναι μόνη της σε πρόταση. Ακολούθησαν ωραίες στιγμές, ατέλειωτο γράψιμο, φυσικά η ατέλειωτη αφραγκία που κανείς δεν έδειχνε να καταλαβαίνει ποτέ.

«Πότε θα βρεις καμιά κανονική δουλειά;» – Οι γονείς μου
«Τι έχεις να ξυπνήσεις αύριο ρε μαλάκα, αφού δε σε πληρώνουν» – Οι φίλοι μου

Παρά την αφόρητη ψυχολογική πίεση που σου δίνει το συγγενικό και μη περιβάλλον, τα πάντα μπαίνουν σε μία ζυγαριά που σου μετρά ξεδιάντροπα το πόσο πραγματικά αγαπάς κάτι. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί: Πόσο πραγματικά το αγαπάς; Όταν η απάντηση είναι «άνευ όρων», ναι, θα τα ακούς από όλους, αλλά την επόμενη μέρα θα κατεβαίνεις το πρωί στο Ιντεάλ για να δεις τη δημοσιογραφική που «πρέπει» να γράψεις αυτή την εβδομάδα, ψάχνοντας όλο το σπίτι για 5λεπτα ώστε να συμπληρώσεις το 1.40 για το ένα εισιτήριο που θα αγοράσεις στο μετρό –το άλλο θα το ρισκάρεις.

Κάπως έτσι, περνούσε ο καιρός, ψαχνόμασταν γενικώς για το «να κάνουμε το σάιτ αναγνωρίσιμο», πολλοί ήρθαν και έφυγαν, άλλοι για δουλειές στο εσωτερικό/εξωτερικό και άλλοι έστριβαν μόλις μάθαιναν πως δεν παίζουν λεφτά ή αποφάσισαν να εξαφανίζονται για μήνες επειδή «ε κοίτα, δεν πληρωνόμαστε, χόμπι μας είναι, πρέπει να το κατανοήσετε». Κάπως έτσι, μείναμε οι 2 μας, εγώ και η Βαρβάρα στη διαχείριση του σαιτ, το μοναδικό άτομο που έχω γνωρίσει με το οποίο έχουμε απόλυτη ταύτιση απόψεων για το σινεμά και όχι μόνο, και ο Αχιλλέας μαζί να μαζεύει τα ασυμμάζευτα από άποψη ύλης. Πιστεύω πως αν δεν ήμασταν οι δυο μας, θα τα είχαμε παρατήσει σίγουρα –τουλάχιστον από το σάιτ. Παρ’όλα αυτά, ως «αρχισυντάκτες» πλέον, αρχίσαμε το recruiting, γράφαμε πιο εντατικά από ποτέ, αφιερώματα που λατρεύουμε αμφότεροι, με focus στον ανεξάρτητο κινηματογράφο πρωταρχικά. ΣΥΜΒΟΥΛΗ: Tom Waits στις 03.00 με ουίσκι ή ρακές/τσίπουρα/μπύρες, είναι ο καλύτερος σύντροφος για να γράψεις κινηματογραφικό κείμενο –take it from me.

Περάσαμε απελπιστικές στιγμές, αλήθεια. Φτάσαμε τόσο κοντά στο να τα παρατήσουμε, δεκάδες φορές, αλλά νομίζω δε θα το συγχωρούσαμε ποτέ στον εαυτό μας. Στο όλο χιλιοειπωμένο πνεύμα του «βρες αυτό που αγαπάς κι αστο να σε σκοτώσει», δε θα μπορούσαμε ποτέ να βγούμε εκτός.

Τα πράγματα έγιναν καλύτερα, και για τον τελευταίο του χρόνο το Reel είχε τη σύνθεση που ονειρευόμασταν. Ένας κι ένας, μία παρέα όλοι, εκπληκτικά παιδιά, άνθρωποι, με αγάπη για το σινεμά. Το μόνο που χρειάζεται. Ακόμη, μας γνώριζαν ελάχιστοι. Όταν ακούγαμε κάποιον να λέει «Α, σας διαβάζω», ήταν σαν να είχαμε πάρει Νόμπελ –περιμέναμε να ακούσουμε αυτή τη θρυλική όσο και ηλίθια ερώτηση: «Πως αισθάνεστε;».
Σήμερα, 6 χρόνια μετά το πρώτο του κείμενο, το Reel είναι ανενεργό εδώ και κάποιους μήνες. Το πιθανότερο είναι πως δε το γνώρισες ποτέ, ή το ήξερες, αλλά σιωπηρά, καθώς στο χώρο, είναι ποινικοποιημένη η στήριξη σε συναδέλφους. Όταν το κείμενο δεν είναι δικό σου ή του μέσου σου, δε σε αφορά.

Η μεγαλύτερη χαρά όμως, είναι πως σύσσωμη αυτή η τέλεια παρέα όπως τη χαρακτήρισα πριν, συνέχισε στο χώρο του σινεμά, σε μεγαλύτερο βήμα: γραφείο τύπου εταιρείας διανομής, σάιτ όπως οι Cinefreaks, το Freecinema, το Αθηνόραμα, παραγωγή ταινιών. Θα είμαστε για πάντα εδώ.

Σε ευχαριστώ Δημήτρη, Αχιλλέα, Γιώργο, Μαρίνα, Γιάννη, Παρασκευή, Άγγελε, Χρήστο 2, Χρήστο, Σοφία, Δημήτρη 2
Σε ευχαριστώ Βαρβάρα.
This is the last transmission from Reel.

Παναγιώτης Μήτσικας

Ο Παναγιώτης Μήτσικας είναι το νόθο παιδί του Woody Allen και του Fox Mulder. Τα τελευταία 5 χρόνια έχει ξεκινήσει ένα indie coming-of-age road trip, ώστε να ανακαλύψει τον εαυτό του.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*