53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – Ημέρα πρώτη και δεύτερη

...

Γράφει η Συντακτική Ομάδα του reel.gr

Με μια πολύ λιτή και απέριττη τελετή άνοιξε η αυλαία του 53ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, την Παρασκευή το βράδυ στην ιστορική αίθουσα του Ολύμπιον. Αισθητή (αν και διόλου δυσάρεστη) ήταν η απουσία του αναπληρωτή υπουργού πολιτισμού, Κώστα Τζαβάρα, ενώ τον καθιερωμένο λόγο τους έβγαλαν ο διευθυντής του Φεστιβάλ, Δημήτρης Εϊπίδης, και ο πρόεδρος του Φεστιβάλ και δήμαρχος της πόλης, Γιάννης Μπουτάρης. O Eϊπίδης καλωσόρισε στο Φεστιβάλ τον Κώστα Γαβρά, που έδωσε το παρόν στην τελετή (και παρουσίασε την επόμενη μέρα την καινούργια του ταινία, το «Capital», στο κατάμεστο Ολύμπιον – περισσότερα για την ταινία παρακάτω) ενώ ο Μπουτάρης υπογράμμισε πως ο δήμος Θεσσαλονίκης αλλά και ο ίδιος προσωπικά υποστηρίζουν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου με κάθε τρόπο και θα συνεχίσουν να το κάνουν.

Πολύ ωραία και πολύ βαρετά όλα αυτά, πάμε όμως τώρα στο ζουμί της τελετής έναρξης, που δεν είναι άλλο από την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης ταινίας του Λέος Κάραξ, «Holy Motors»

Holy Motors, του Λέος Κάραξ

To «Holy Motors» ακολουθεί τον κύριο Όσκαρ σε μια τυπική, για αυτόν, ημέρα. Με την λευκή λιμουζίνα του, την οποία οδηγεί η πιστή του φίλη και συνεργάτιδα Σελίν, πηγαίνει από «ραντεβού» σε «ραντεβού» υποδυόμενος κάθε φορά ένα ξεχωριστό ρόλο, χρησιμοποιόντας μέικ απ και περίεργα κοστούμια. Γίνεται διαδοχικά μεγαλοεπιχειρηματίας, πληρωμένος δολοφόνος, ζητιάνα, επαίτης, διονυσιακό τέρας, οικογενειάρχης. Σα να πρωταγωνιστεί σε μια παράξενη ταινία. Μια ταινία που γυρίζεται χωρίς κάμερες.

Είναι μια πολύ ιδιαίτερη εμπειρία η παρακολούθηση του «Holy Motors». Η κάμερα του Κάραξ ακολουθεί τον εξαιρετικό Ντενί Λαβάν σε ένα διασκεδαστικό, αλλόκοτο, μελαγχολικό, αισθησιακό και συνάμα συγκινητικό, κινηματογραφικό ταξίδι, σε ένα Παρίσι που μοιάζει να είναι πιο γοητευτικό από ποτέ. Είναι μια ταινία «bigger than life», γεμάτη αλληγορίες και κινηματογραφικές αναφορές, μια ταινία που είναι αδύνατο να σε αφήσει αδιάφορο. Είναι όμως πολύ πιθανό να σε κάνει να τραβάς τα μαλλιά σου. Η αλήθεια είναι ότι στο «Holy Motors» τίποτα δεν μοιάζει να βγάζει νόημα και εδώ είναι που κερδίζει τα εύσημα ο Κάραξ γιατί κατάφερε να κάνει καθηλωτική μια ταινία τόσο σουρεαλιστική και ατίθαση. Φυσικά, η επιτυχία του τελικού αποτελέσματος οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και στην καταπληκτική ερμηνεία του Λαβάν, που αναλαμβάνει 9 διαφορετικούς ρόλους και καταφέρνει να σε μαγέψει με κάθε έναν από αυτούς. Στα highlights, η εμφάνιση της Εύα Μέντες, σε μια από τις πιο «τι στο διάολο βλέπω» σκηνές της τελευταίας δεκαετίας και η αποθεωτική ερμηνεία του (αντάξιου για Όσκαρ) «Who We Were?» από την Κάιλι (δεν χρειάζεται επίθετο, μία είναι η Κάιλι).

4/5

«Μια πειρατεία», του Τομπίας Λίντχολμ

Πάνω σ’ ένα φορτηγό πλοίο, κάπου στα ανοιχτά του Ινδικού Ωκεανού, ο Δανός μάγειρας περιμένει πώς και πώς να γυρίσει στην πατρίδα για να ξαναδεί τη γυναίκα και τη μικρή του κόρη. Ωστόσο, τα σχέδιά του ξαφνικά βυθίζονται στην αβεβαιότητα όταν μια ομάδα Σομαλών πειρατών καταλαμβάνει το πλοίο και απαιτεί λύτρα από τη ναυτιλιακή εταιρεία στην Κοπεγχάγη. Ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας, με τεράστια εμπειρία στις οικονομικές διαπραγματεύσεις, αποφασίζει να αναλάβει ο ίδιος την ανταλλαγή με τους πειρατές. Έτσι, ξεκινά ένα συναρπαστικό θρίλερ, σε δυο διαφορετικές, αλληλοεξαρτώμενες γωνιές του πλανήτη. Από τη μία το ανήμπορο, φυλακισμένο στο αμπάρι πλήρωμα του πλοίου που περιμένει βοήθεια, κι από την άλλη οι εκπρόσωποι της εταιρείας, κλεισμένοι σ’ ένα δωματιάκι, εξίσου ανήμποροι να δώσουν άμεση λύση.

Σκηνοθετημένο με νεύρο, μέτρο και ρεαλισμό, το «Μια πειρατεία» μυρίζει μπαρούτι και μοιάζει έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ο Λίντχολμ φέρνει τους χαρακτήρες και τους ηθοποιούς του στα όρια, απομυζώντας εξαιρετικές, προσγειωμένες ερμηνείες και δημιουργώντας μια ακατάπαυστα τεταμένη ατμόσφαιρα. Εξάλλου και το ίδιο το σενάριο είναι τόσο σφιχτογραμμένο που δεν αφήνει περιθώριο για κοιλιά, μεταφέροντας τον θεατή μία στο πλοίο και μία στα διοικητικά γραφεία, καταγράφοντας παράλληλα πως οι πράξεις του διοικητικού συμβουλίου επηρεάζουν αυτές του πληρώματος και των πειρατών και αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί πάντως  ότι η ταινία δεν βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, παρότι έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι αυτό που βλέπεις θα μπορούσε άνετα να έχει συμβεί και στην πραγματικότητα.

 4/5

Στα βαθιά, του Μπάλτασαρ Κόρμακουρ

Ο αγώνας επιβίωσης ενός ψαρά μετά το ναυάγιο του πλοίου του στις νότιες ακτές της Ισλανδίας. Μια ιστορία βασισμένη σ’ ένα απίστευτο, πραγματικό περιστατικό, που εκτυλίχθηκε το 1984 στην παγωμένη θάλασσα ανοιχτά της Ισλανδίας. Αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ισλανδίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Σε αντίθεση με το «Μια πειρατεία», εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αληθινή ιστορία, απλά με μια ιστορία που δεν έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον ώστε να αξίζει να ειπωθεί. O Κόρμακουρ, αποτυπώνει πολύ συμβατικά και συντηρητικά την ιστορία, δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και δίνει περισσή σημασία στα αδιάφορα περιστατικά που ακολούθησαν την επιστροφή του ψαρά στην ενδοχώρα. Από την άλλη βέβαια, η πάλη του ψαρά με τα κύματα, τα βράχια και το κρύο είναι εξαιρετικά δοσμένη και ουσιαστικά τα μόνα λεπτά της ταινίας που αξίζουν την προσοχή του θεατή. Ίσως φταίει το ότι ο πρωταγωνιστής δεν έδωσε και καμιά αξιομνημόνευτη ερμηνεία, ίσως φταίει η πολύ φλατ κινηματογράφηση (σαν όαση ήταν τα flashback με τις σκηνές από τα παιδικά χρόνια του πρωταγωνιστή), ίσως πάλι να φταίει το γεγονός ότι η ταινία καταλήγει στο ότι ο πρωταγωνιστής είναι μια ανθρώπινη φώκια, οπότε γι’ αυτό επιβίωσε.

2/5

Δημήτρης Μπουτουρέλης – Γραμματικόπουλος

Capital, του Κώστα Γαβρά

Ο ελληνικής καταγωγής Κώστας Γαβράς επιστρέφει 3 χρόνια μετά τον Παράδεισο στη δύση με άλλη μια πολιτική ταινία. Πολιτική όμως με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ονομάζεται το κεφάλαιο (καμία σχέση με του Marx) και όπως είπε κι εκείνος στην εισαγωγή του σχετίζεται με την οικονομική κρίση., όχι όμως τόσο με την ελληνική πραγματικότητα. Η ταινία ακολουθεί τον Marc ένα φιλόδοξο στέλεχος της πολυεθνικής γαλλικής τράπεζας Phoenix που με του που αναλαμβάνει την προεδρία προσπαθεί να εδραιώσει τον εαυτό ανάμεσα σε πιέσεις των αιμοδιψών συμβούλων του και των πιέσεων που δέχεται από τους Αμερικάνους συνάδελφους του.

Ο αμοραλισμός και η άνευ όρων φιλοδοξία σε συνδυασμό με τη στυγερή προσπάθεια του για κέρδος και ακολούθως καταξίωση, κυριαρχούν στην ταινία του Γαβρά. Μέσα από την πορεία του πρωταγωνιστή του, ο Γαβράς συνδέει τα μεγαλοοικονομικά παιχνίδια εξαγορών και πωλήσεων μετοχών, την ανεργία  και οφέλη της για τους μετόχους και το glamorous κύκλωμα υπερπολυτελούς πορνείας.

Μέσα από τα γεγονότα αντιλαμβανόμαστε την πενιχρή αξία που αποκτούν οι ανθρώπινες σχέσεις και τα ιδανικά σε ένα κόσμο γεμάτο νούμερα και δείκτες.

 3,5/5

Ώρες Μουσείου, του Τζεμ Κόεν

Αυστριακή αμερικάνικη συμπαραγωγή που υποτίθεται ότι έχει το format της αισθηματικής ταινίας αλλά πολύ αφαιρετικά. Ο Johann είναι ένας φύλακας στο μουσείο τέχνης στη Βιέννη και περνάει το χρόνο εργασίας του παρατηρώντας τους επισκέπτες και σχολιάζοντας την τέχνη σε συνδυασμό τις αντιδράσεις τους. Μέσα στο μουσείο γνωρίζει την Anne μια Αμερικανίδα που έχει έρθει στη Βιέννη για να δει της ετοιμοθάνατη ξαδέρφη της.

Τότε ξεκινάει ένα ιδιότυπο ειδύλλιο που εξελίσσεται αργά και βασανιστικά. Η βάση της ταινίας είναι η σύνδεση της αναγεννησιακής ακαδημαϊκής τέχνης με την  σημερινή πραγματικότητα της Βιέννης και τα πρόσωπα και οι λεπτομέρειες των πινάκων σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα της καθημερινής ζωής. Παρόλα τα ιδιαιτέρως γοητευτικά πλάνα με τα οποία ο σκηνοθέτης προσπαθεί να συνδέσει τους πίνακες με το σήμερα, η σκηνοθετική του υπεροψία διαφαίνεται στην εκβιασμένη υπόνοια του ότι έχουν αντίστοιχη αξία.

Οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται και ουσιαστικά δεν έχουν και νόημα ύπαρξης σε μια ταινία που αν και όμορφα φωτογραφημένη στερείται κέντρου βάρους και δραματουργίας. Ακόμα και αν την αντιληφθούμε ως άσκηση ύφους, η ανισότητα της εικόνας σε σχέση με το σενάριο, απωθεί ακόμα και τον πιο υπομονετικό θεατή. Ας το έκανε στην τελική σε μικρού μήκους.

1,5/5

Δημήτρης Ασπρολούπος

Η γη της ελπίδας, του Σιόν Σόνο

Όταν ένας μεγάλος σεισμός χτυπά την Ιαπωνία, μια έκρηξη σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο σε μια μικρή κατοικημένη πόλη αναγκάζει τους κατοίκους της να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Όμως ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που ζει στα σύνορα της ζώνης εκκένωσης αποφασίζει να μείνει εκεί παρά τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης αλλά και της οικογένειας και των φίλων τους. Ο Sion Sono επιστρέφει με μια ταινία που ξυπνά μνήμες από τα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την Φουκουσίμα το 2011 και την γεμίζει με την παράνοια των ανθρώπων αλλά και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πανέμορφες εικόνες από την Ιαπωνία, η παράνοια προκαλεί αρκετές φορές το γέλιο, η σχέση των δυο ηλικιωμένων είναι αρκετά γλυκιά και συγκινητική αλλά κάποιοι χαρακτήρες μένουν στο παρασκήνιο και δεν αναπτύσσονται όσο θα έπρεπε.

3/5

Χρήστος Μπακατσέλος

Διαβάστε τα πάντα για το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εδώ.

Μην χάσετε το αφιέρωμα μας στις 10 καλύτερες ταινίες του Φεστιβάλ καθώς και την καθημερινή ενημέρωση για τις πιο αξιοπρόσεκτες ταινίες της εκάστοτε ημέρας!

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ