Από τα Χρεοκοπημένα Studio της Ιαπωνίας του ‘60 στην Εποχή των Pinku Eiga και του Koji Wakamatsu

...

Γράφει ο Πέτρος Θεοδωρίδης

Η Ιαπωνία δεν αγκάλιασε απλά τον κινηματογράφο. Τον αγάπησε και φρόντισε ώστε αυτός να εξελιχτεί με το δικό της τρόπο, δίνοντας έτσι μια τεράστια παραγωγή ταινιών και μια σειρά από κινηματογραφικές και αισθητικές σχολές, που ενώ μπορούσαν να αντιστοιχιστούν με ανάλογες κινήσεις της Δύσης, είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το 1945, η Ιαπωνία συνθηκολόγησε και παραδόθηκε στους συμμάχους οδηγώντας το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και επίσημα στο τέλος του. Παρόλα αυτά, η λογοκρισία της κινηματογραφικής παραγωγής συνεχίστηκε πρώτα από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής και ύστερα από τις ιαπωνικές κυβερνήσεις. Μπορεί τα πολιτικά γραφεία να μην απαιτούσαν τη δημιουργία νέου πολεμικού προπαγανδιστικού υλικού – στην παραγωγή του οποίου είχαν εμπλακεί και μεγάλα ονόματα όπως ο Akira Kurosawa με ταινίες όπως το Sugata Sanshiro – αλλά εξακολουθούσαν να θέτουν κόκκινες γραμμές με ιδιαίτερο ζήλο.

Στη δεκαετία του ’60, οι συνθήκες αυτές απογοήτευσαν πολλούς σκηνοθέτες και σε συνδυασμό με την οικονομική κατάρρευση πολλών από τα μεγάλα studio της εποχής, αναζήτησαν νέες διεξόδους. Μια από αυτές, ήταν οι low-budget παραγωγές. Πρόκειται για την περίοδο που άνθισε ο πειραματικός και avant-garde κινηματογράφος της Ιαπωνίας. Πρόκειται όμως και για την περίοδο που άνθισε και μια ιδιαίτερη κινηματογραφική κατηγορία, τα pinku eiga ή ροζ ταινίες. Οι ταινίες αυτές χαρακτηρίζονται από σκηνές soft porno, εμμονή με το γυμνό και όλα αυτά σε συνδυασμό συνήθως με τη βία. Άλλο διακριτικό τους; Οι αλλόκοτοι τίτλοι. Έτσι, αναδείχθηκαν σκηνοθέτες όπως ο Koji Wakamatsu, o Mamoru Watanabe,  ο Takashi Ishii, o Kiyoshi Kurosawa και άλλοι. Έμφαση όμως, θα δώσουμε στον Koji Wakamatsu, έναν σκηνοθέτη που παρά το χαμηλό budget, ανήγαγε το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος σε έργο τέχνης, προσέχοντας ιδιαίτερα τη φωτογραφία και φορτώνοντας τα έργα του με πολιτικές αναφορές.

Ο Koji Wakamatsu λοιπόν, γεννήθηκε το 1936 στην επαρχία Μιγιάγκι της Ιαπωνίας και εν αντιθέσει με τους περισσότερους συναδέλφους του, δεν πέρασε ούτε από τα κλασάτα έδρανα του Πανεπιστημίου του Τόκιο ούτε από το Πανεπιστήμιο Ουασέντα. Για την ακρίβεια, δούλεψε ως εργάτης πριν ξεκινήσει την καριέρα του στην κινηματογραφική εταιρεία Nikkatsu. H Nikkatsu βέβαια, δεν είχε καλή τύχη την περίοδο του ’60 και με την οικονομική της κατάρρευση, ο Koji Wakamatsu βυθίστηκε στον ανθηρό εκείνη την περίοδο κόσμο των pinku eiga, γράφοντας ιστορία στο συγκεκριμένο είδος και τον κινηματογράφο εν γένει.

Τα χρόνια εκείνα, ήταν ταραγμένα πολιτικά για την Ιαπωνία η οποία και ετοιμαζόταν για τις μαζικές καταλήψεις και τις βίαιες συγκρούσεις των φοιτητικών κινητοποιήσεων του 1960 και του 1970 αργότερα, με κύρια αιτήματα την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων των ΗΠΑ από τη χώρα, την καταδίκη του πολέμου στο Βιετνάμ και την υιοθέτηση μιας πιο ελευθεριακής κουλτούρας από τη νεολαία.

Αυτός ήταν και ο λόγος, που οι ταινίες του Wakamatsu άφηναν κατά διαστήματα τον ανιαρό χαρακτήρα του μαλακού πορνό και προέβαλαν σθεναρά πολιτικά μηνύματα. Να σημειώσουμε όμως, πως όπως συμβαίνει και με μια κοινή ταινία πορνό, η πλοκή συχνά χρησίμευε μόνο σαν επαρκής αιτία για να δικαιολογηθεί αργότερα το πορνογραφικό περιεχόμενο ενός φιλμ. Η περίπτωση του Wakamatsu όμως διέφερε και αυτό αποδείχθηκε από τις μετέπειτα δουλειές του.

Θα ξεκινήσουμε με την ταινία που στόλισε με τον ευρηματικό τίτλο Taiji ga Mitsuryō Suru Toki που σε μετάφραση θα σήμαινε Το Έμβρυο Κυνηγάει στα Κρυφά. Παραγωγή του 1966, η ταινία αφορά στη ζωή μιας κοπέλας που απάγεται από το αφεντικό της το οποίο και την παγιδεύει σε ένα διαμέρισμα –  όπου και έχει γυριστεί το σύνολο σχεδόν της ταινίας – και την εκμεταλλεύεται σεξουαλικά. Ο Wakamatsu, επιχειρεί να σκιαγραφήσει με τον τρόπο του τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται ανάμεσα σε αφεντικό και καταπιεζόμενο, καταδεικνύοντας αυτήν τη σύγκρουση ως σεξουαλική στη ρίζα της. Ο κεντρικός χαρακτήρας, παρουσιάζεται ως σεξουαλικά ανίκανος άντρας, που μέσα από το σεξ επιλέγει να ασκήσει τη φαλλική εξουσία του στο θύμα και να διοχετεύσει τη συσσωρευμένη του οργή.

Το 1967, ο Koji Wakamatsu εξακολουθώντας να δουλεύει με ελάχιστους πόρους, αναβαθμίζει το κινηματογραφικό του έργο δίνοντας έμφαση στην άρτια σκηνοθεσία του και στη φωτογραφία. Μας δίνει έτσι το Violated Angels ή Βιασμένοι Άγγελοι, όπου ένας νεαρός εισβάλει σε στέγη νοσοκόμων και αφού τις εκμεταλλευτεί σεξουαλικά τις σκοτώνει με τη σειρά. Πάλι η έμφαση στο γυμνό και στη βία, αν και η τελευταία δεν είναι στο επίκεντρο της ταινίας, καθώς δεν κινηματογραφούνται οι δολοφονίες. Παρόλα αυτά, κάτι έχει αλλάξει και κάθε σκηνή, στέκεται από μόνη της σαν μια αριστουργηματική φωτογραφία. Ο σκηνοθέτης, κατηγορήθηκε άδικα από τους δυτικούς «ειδήμονες» για αντιφεμινιστικό σαδισμό. Το 1969 όμως, τους διέψευσε.

Το Yuke Yuke Nidome no Shojo ή Εμπρός, Εμπρός, για Δεύτερη Φορά Παρθένα, εμφανίζεται το 1969 για να σημάνει όχι μόνο την αισθητική βελτίωση του Wakamatsu αλλά και τη συνειδησιακή του ωρίμανση καθώς το πολιτικό σκέλος της ταινίας του γίνεται περισσότερο έκδηλο. Στόχος της ταινίας, είναι να εκθέσει και την υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας στα pinku eiga της εποχής.

Έτσι, η Πόππο πέφτει θύμα βιασμού από τέσσερα αγόρια τα οποία αρνούνται να τη σκοτώσουν όταν αυτή τους το ζητάει στο τέλος της πράξης τους. Ο Τσούκιο, είναι ένα αγόρι που παρακολούθησε το βιασμό χωρίς να επέμβει. Ερωτευμένος με την Πόππο, την ακολουθεί σε μια διαδρομή εξομολογήσεων και αποκαλύψεων. Ακόμη και ο Τσούκιο όμως, αρνείται να τη σκοτώσει και αντί για αυτήν, θανατώνει όλους τους βιαστές της και τις κοπέλες τους. Στο τέλος, η σύγκρουση Έρωτα και Θανάτου λήγει με τη νίκη του δεύτερου.

Εδώ θα έπρεπε να επισημάνουμε, πως το δίπολο Έρωτας και Θάνατος απασχολούσε ανέκαθεν τους Ιάπωνες. Πάνω σε αυτό βασίστηκαν το σύνολο των ιαπωνικών παραμυθιών και παραδοσιακών θεατρικών παραστάσεων Νο και Καμπούκι. Πάνω σε αυτό το δίπολο, γράφτηκαν και τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά έργα της χώρας. Πρόκειται για μια πολιτική, αισθητική και φιλοσοφική αντίληψη, που διαπνέει τόσο το Χαγκακούρε – ένα κλασικό έργο για την ηθική των σαμουράι – όσο και τα έργα συγγραφέων όπως ο Yukio Mishima ή ο Junichiro Tanizaki. Η θέαση αυτή, είναι ιδιαίτερα έκδηλη στο βιβλίο Η Ηθική των Σαμουράι στη Σύγχρονη Ιαπωνία του πρώτου και Tο Πορτραίτο της Σούνκιν του δεύτερου αντίστοιχα. Μια αντίληψη, πάνω στην οποία θεμελιώνεται το ιδανικό του ανομολόγητου έρωτα και συμπυκνώνεται σε μνημειώδεις φράσεις για την ιαπωνική ψυχή ή γιαμάτο ντάμασι, όπως:

Ένα ζήτημα μεταξύ ζωής και θανάτου, λύσε το γρήγορα επιλέγοντας το θάνατο.

Το Yuke Yuke Nidome no Shojo, διακρίθηκε για τη έντονη προβολή βίας. Μιας βίας όμως, που ο ίδιος ο σκηνοθέτης θέλησε να εκθέσει, υπαινισσόμενος την ώθηση των νεολαίων στη βίαιη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και της ικανοποίησής τους, μιας και το κράτος κώφευε στα αιτήματά τους. Πρόκειται για μια περίοδο, που οι μεγαλειώδεις φοιτητικές κινητοποιήσεις κλιμακώνονται για άλλη μια φορά και μεγάλη μερίδα σκηνοθετών, όπως ο Wakamatsu ή ο πασίγνωστος Nagisa Oshima, τάσσονται με τους φοιτητές.

Το 1970, είναι μια ακόμη πιο ταραγμένη εποχή. Η ήττα του φοιτητικού κινήματος και η παραμονή των αμερικανικών βάσεων, έχουν πληγώσει βαθύτερα τη μεταπολεμική Ιαπωνία. Σε όλα αυτά όμως, προστέθηκε και ένα ακόμη βαθύτερο τραύμα που η φύση του πέραν από συμβολική μιας ολόκληρης εποχής που παρήλθε, υπήρξε και η βαθύτερη προσβολή για την εποχή που θα ακολουθούσε. Ο Yukio Mishima πέθανε αφού κατέλαβε το αρχηγείο των Δυνάμεων για την Αυτοάμυνα της Ιαπωνίας. Εκφώνησε τον ιστορικό του λόγο καλώντας τις ένοπλες δυνάμεις σε πραξικόπημα και στην πορεία αυτοκτόνησε ακολουθώντας το παραδοσιακό τυπικό του σεππούκου. Βοηθό του, δηλαδή αποκεφαλιστή, επέλεξε τον ερωτικό του σύντροφο Morita, ο οποίος συγκινημένος από την ένταση της στιγμής δεν εκτέλεσε το έργο του σωστά, με αποτέλεσμα να το ολοκληρώσει ο συναγωνιστής τους Hiroyasu Koga.

Όλα αυτά, σημάδεψαν έντονα τον Koji Wakamatsu, ο οποίος και άρχισε να εκφράζει πιο έντονα τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το 1972, σκηνοθετεί την Έκσταση των Αγγέλων. Σε αυτήν την ταινία, οι φοιτητές παύουν να είναι θύματα των παθών τους και των επιθυμιών τους. Δρουν μεθοδικά όπως και ο πρωταγωνιστής που ακούει στο κωδικό όνομα Οκτώβρης και ηγείται μιας επαναστατικής φράξιας. Πλέον, οι φοιτητές συμμετέχουν σε επικίνδυνες τρομοκρατικές επιχειρήσεις πλήττοντας κρατικούς στόχους , ενώ για πρώτη φορά έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα εξουσίας. Το σεξ, εξακολουθεί να κυριαρχεί.

Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια, και ακολούθησε λιγότερο ή περισσότερο πολιτικές δουλειές, ανάμεσα στις οποίες αξίζει να αναφέρουμε το United Red Army του 2008. Θα σταθούμε όμως στο Caterpillar του 2010.

Πρόκειται για το αριστούργημα του Koji Wakamatsu, το οποίο τιμήθηκε και με την υποψηφιότητα για τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο. To Caterpillar αναφέρεται σε έναν αξιωματικό του ιαπωνικού στρατού, ο οποίος μετά από ένα όργιο βιασμών και βασανισμών στην Κίνα, επιστρέφει ακρωτηριασμένος στη γυναίκα του ως ήρωας πολέμου και ζωντανός θεός. Παρά τη θλιβερή του κατάσταση, φλέγεται από την επιθυμία του για σεξ, το οποίο και του προσφέρει η γυναίκα του. Η κατάσταση του άντρα της όμως, η συμπεριφορά του, οι κακές αναμνήσεις και η φροντίδα που είναι υποχρεωμένη από την κοινωνία να του παρέχει, ξεκινούν να την πνίγουν και σύντομα αναπτύσσεται ένα αβυσσαλέο μίσος ανάμεσά τους.

Το Μάιο του 2012, ο σκηνοθέτης αποδεικνύει πόσο τον σημάδεψε ο θάνατος του Yukio Mishima και έτσι βρήκε το δρόμο προς τις Κάννες το κύκνειο άσμα του, το 11:25 Η Στιγμή που Επέλεξε τη Μοίρα Του, μια ταινία για το τέλος του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα. Στις 17 Οκτωβρίου του 2012, ήρθε και το τέλος του Koji Wakamatsu.

Ο Koji Wakamatsu, δεν τιμήθηκε μόνο ως ο σημαντικότερος σκηνοθέτης pinku eiga αλλά και ως ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της Ιαπωνίας του ’60.

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ