Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Τον Κέβιν (2011)

Kάνει επίδειξη δύναμης και σεναριακά και σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.






Σκηνοθεσία: Lynne Ramsay
Σενάριο: Lynne Ramsay και Rory Kinnear. Από το ομότιτλο βιβλίο του Rory Kinnerar
Πρωταγωνιστούν:  Tilda Swinton, John C. Reilly, Ezra Miller
Διάρκεια :112′
Χώρα: Η.Π.Α., Αγγλία

 

 

Αν στα Όσκαρ υπήρχε λίγη κινηματογραφική δικαιοσύνη, το φετινό βραβείου ήχου δε θα πήγαινε σε κάποιο φασαριόζικο μπλοκμπάστερ τύπου Transformers αλλά στο Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Τον Κέβιν. Τι θέλει να πει άραγες ο ποιητής μ’ αυτή την ολίγον τι κουλή εναρκτήρια πρόταση της κριτικής του; Πολύ απλά, το Πρέπει Να Μιλήσουμε Για τον Κέβιν είναι μια εξαιρετική ταινία σε κάθε επίπεδο, που εκμεταλλεύεται κάθε κινηματογραφικό εργαλείο στο έπακρο φέρνοντας λίγο πιο κοντά το άβαντ-γκαρντ στην ταινία μυθοπλασίας, κρατώντας όμως κι ένα ξεκάθαρο νήμα αφήγησης.

Ελπίζω να μη σε τρόμαξα. Γιατί ο «Κέβιν» είναι στη βάση της μία απλή ταινία που διηγείται μία απλή ιστορία δύο απλών (εε..περίπου) ανθρώπων. Πρωταγωνίστρια η λίτη κι απέρριτη πλην πάντα εξαίρετη Τίλντα Σουίντον την οποία ακολουθούμε στο ζοφερό της παρόν, οπού προσπαθεί να επιβιώσει στον κόσμο αφού ο γιος της φυλακίστηκε για τη μαζική δολοφονία των συμμαθητών του, και το δυσκοίλιο παρελθόν της όπου παρακολουθούμε τη δύσκολη σχέση της με το μικρό τότε γιο της, ένα γιο που δεν πολυήθελε in the first place.

Μην περιμένεις από την ταινία να σου εξηγήσει γιατί αυτό το μυστηριώδες και σκοτεινό παλικάρι κατέληξε να κάνει αυτό το ζοφερό έγκλημα. Αυτά ούτε διακεκριμένοι ψυχαναλυτές δεν είναι σε θέση να τα ερμηνεύσουν 100%. Η ταινία θέτει το ενδιαφέρον ερώτημα/δίλημμα: ανατροφή ή φύση και σε βάζει να παρακολουθείς από τη μια τα καπρίτσια ενός μωρού με βλέμμα πιο θανατηφόρο κι απ’ του Ντέμιαν της Προφητείας και από την άλλη μία γυναίκα που κάνει τη δυσαρέσκειά της φανερή που έγινε μητέρα τόσο νωρίς σχεδόν με κάθε της κίνηση. Αυτά όμως είναι το φόντο. Σε πρώτο πλάνο είναι η ιστορία και το ταξίδι μιας μητέρας προς την κατανόηση και κυρίως τη συγχώρεση. Το σενάριο δε λειτουργεί γραμμικά και εκμεταλλεύεται τη συναισθηματική αφήγηση για να φτάσει στον τελικό του στόχο. Και είναι ένα σενάριο πετυχημένο γιατί ακριβώς σε κρατάει πάντα σε εγρήγορση και δε σου ρίχνει στάχτη εξυπνάδας στα μάτια με εύκολες δήθεν ψυχαναλυτικές απαντήσεις.

Η σκηνοθεσία της Ράμσει είναι εξαιρετική και κυρίως ακριβής, είτε μιλάμε για τα την ομορφια των κάδρων της, είτε μιλάμε για τη λεπτομέρεία τους (οι κόκκινες πινελιές σχεδόν σε κάθε κάδρο μπορεί να είναι εύκολα ερμηνεύσιμες αλλά ο τρόπος που εισβάλλουν κάθε φορά στο κάδρο δε παύει να εντυπωσιάζει). Η κάμερα της σκηνοθέτιδος μένει συνήθως σταθερή ή κινείται αργά και δυεισδυτικά κυρίως σε ρόλο παρατηρητή που προσπαθεί κι αυτή να καταλάβει τα αίτια αυτής της οικογενειακής κρίσης. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και για το δημιουργικό μοντάζ, το οποίο με τις χρονικές εναλλαγές του παίζει σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο του συναισθηματικού ταξιδιού της ηρωίδας.

Σε μία σεζόν χωρίς ιδιαίτερα κινηματογραφικά αριστουργήματα, το Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Τον Κέβιν κάνει επίδειξη δύναμης και σεναριακά και σκηνοθετικά και ερμηνευτικά. Σκοτεινό, αργό και καταθλιπτικό σε ρουφάει παρ’ όλα αυτά μέσα στη ιστορία του και σου συστήνει χαρακτήρες βασανισμένους που προσπαθούν να καταλάβουν και να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλον.

Είπαμε, αν στα Όσκαρ υπάρχει κινηματογραφική δικαιοσύνη, το Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Τον Κέβιν θα πρέπει να θεωρείται φαβορί για πολλές κατηγορίες. Κάτι μου λέει όμως ότι το σκοτάδι του θα «τρομάξει» τα μέλη της ακαδημίας. Ας είναι…

 

Σχόλιο

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

  • Μαρίνα Μαθιουδάκη
    27 Νοεμβρίου 2011 at 6:51 μμ - Reply

    Την πρώτη κιόλας μέρα που προβλήθηκε ο «Kevin» στους κινηματογράφους έσπευσα να πάω να τον δω. Το περίμενα πώς και πώς. Είχα την δι – αίσθηση ότι θα παρακολουθούσα μια καλή ταινία αλλά αυτό το οποίο παρακολούθησα υπερέβη των προσδοκιών μου. Βγήκα από την αίθουσα σοκαρισμένη με τον απόλυτα καλό τρόπο. Δεν είχα δει απλά μια πάρα πολύ καλή ταινία. Είχα δει μια εξαιρετική ταινία από κάθε άποψη. Το θέμα σαν story φαίνεται απλό. Μια γυναίκα πολύ φιλόδοξη, έξυπνη, πνευματώδης με όλα τα εχέγγυα για μια πολύ καλή καριέρα, ερωτεύτηκε! …Και παντρεύτηκε και… (δυστυχώς) έκανε παιδί. Εκεί που όλες οι άλλες μανούλες χαίρονταν, εκείνη δεν χαιρόταν καθόλου για τίποτα. Από την άλλη ένας αφελής σύζυγος, που καθόλου δεν ταίριαζε όπως προέκυψε ούτε στα θέλω της ούτε στην δική της ευφυΐα. Δεν την κατανόησε ποτέ. Και όχι μόνο δεν κατανόησε την ίδια αλλά ούτε για μια στιγμή δεν κατάφερε να αντιληφθεί το ίδιο του το παιδί και να πιστέψει τη συμβία του στο «δράμα» το οποίο περνούσε: έχω ένα παιδί που με καταδυναστεύει μεν αλλά εσύ είσαι ανίκανος να το δεις (ρε ηλίθιε!) δε.
    Από αυτή την «μοιραία» ένωση λοιπόν προέκυψε αυτό το παιδί. Και από πού να το πρωτοπιάσεις αυτό το παιδάκι που γεννήθηκε. Ναι, ο Kevin είναι πολύ έξυπνος αλλά και πολύ κακός. Προσοχή! Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Έχεις διαβάσει ποτέ το «Τάδε Έφη»? Έχεις διαβάσει ποτέ το «Πέρα από το καλό και το κακό»? Αυτό είναι ο Kevin. Ένας Ευγενής κακός. Ένας νιτσεϊκός κακός. Ναρκισσιστής μέχρι εκεί που δεν παίρνει και πώς να μην είναι άλλωστε με τέτοιο υπέροχο μυαλό που υπό άλλες περιστάσεις θα είχε διοχετευτεί εντελώς διαφορετικά. Κυνικός στον υπερθετικό βαθμό, θύτης αλλά και θύμα… Μην ξεχνάς: η μητέρα του δεν τον ήθελε ποτέ ουσιαστικά. Σαδιστής και ταυτόχρονα μαζοχιστής με έμφυτο το οιδιπόδειο. Πως θα απελευθερώνονταν από όλα αυτά? Μα με τι άλλο εκτός από το να σύναπτε σεξουαλική σχέση με την ίδια του τη μητέρα. Και φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν είναι εκδικητικός. Είναι απλώς της άποψης: «μια γεύση από το ίδιο σου το φάρμακο». Το παιδί αυτό μεγάλωσε με μια μάνα που δεν το αγάπησε ποτέ πραγματικά, δεν το επιθυμούσε εξαρχής κι από την άλλη είχε η μητέρα την ατυχία το συναίσθημα αυτό να γίνει αντιληπτό πριν ακόμα από τη γέννηση.
    Μετά τον πανικό (επιεικώς εκπεφρασμένο) που προκάλεσε ο γιόκας της αναγνωρίζει όλα της τα σφάλματα. Δεν χρειάζεται να μιλήσει γι’ αυτό – όπως ειρωνικά αναφέρει ο τίτλος. Τι να πεις άλλωστε? Το σκέφτεται όλη την ώρα. Στιγμές. Μεγάλες ή μικρές. Πράξεις. Λίγες και συγκεκριμένες κουβέντες. Και τις σκέφτεται όλες μια προς μια. Και βλέπει παντού λάθος χειρισμούς και επιστρέφει πάντα στον πρώτο: γιατί τα έκανα όλα αυτά? Από πού ξεκίνησε όλο αυτό για να καταλήξω εδώ? Αυτομαστιγώνεται αλλά δίκαια. Το ρόλο αυτό εξάλλου τον είχε αναλάβει αρχικά ο γιός της. Είναι σαν να της έλεγε από την αρχή: «αφού με έφερες στη ζωή χωρίς να το θέλεις τώρα θα καταλάβεις τι σημαίνει να μη σε θέλουν». Η ταινία παρουσιάζει πολύ ισορροπημένα και με διαύγεια πόση σημασία έχει τελικά να ακολουθούμε τις πραγματικές μας επιθυμίες στη ζωή και πόσο τελικά έχει σημασία το βάρος μιας εκάστοτε απόφασης. Και τι απόφασης! Να φέρω ένα παιδί στον κόσμο. Κυριολεκτικά μας το τρίβει τη μούρη και καλά κάνει. Νομίζεις είναι εύκολο και απλό να φέρεις στον κόσμο ένα παιδί και νομίζεις ότι έτσι απλά θυσιάζεις τα θέλω και την προσωπικότητά σου? Αμ δε! Να τι μπορεί να γεννήσεις! και να που μπορεί να σε φτάσει! Η πρωταγωνίστρια όλα αυτά τα υποδέχεται και τα αποδέχεται σαν να μας λέει: «καλά να πάθω!». Αυτό γίνεται καταφανές σε μια πολύ συγκεκριμένη σκηνή στην αρχή της ταινίας, στην αντίδρασή της μητέρας στο χαστούκι.
    Εγώ τον Kevin σαν σύνολο τον δικαιολογώ και εκτιμώ – μετά το μακελειό – απόλυτα τη στάση της μάνας. Από την άλλη, η θέση του ανύπαρκτου πατερούλη σε όλα αυτά με εξόργισε σε όλη την ταινία – εξάλλου αυτό ήταν και το ζητούμενο – με όλη την έλλειψη πνευματικότητας και ό,τι αυτό συνεπάγεται και λυπάμαι που το λέω ευθαρσώς αλλά πολύ χάρηκα όταν τον είδα νεκρό.
    Και δεν θα υπερασπιστώ καθόλου ούτε τη γενετική ούτε την εγκληματολογία που υποστηρίζουν ότι κακοί άνθρωποι δεν γεννιούνται. Γεννιούνται όταν τους σπέρνουν τέτοιου είδους άνθρωποι όπως η μητέρα που υποδύεται η Tilda Swinton.
    Την ταινία αυτή αν τη «διαβάσεις» επιφανειακά σε όλα τα επίπεδα δε θα δεις την ουσία. Και η ουσία είναι μια, ξεκάθαρη και διακριτή: ακολούθησε στο βαθμό που σου επιτρέπεται τα θέλω σου διαφορετικά η ζωή έχει έναν πολύ δικό της και συνήθως πολύ σκληρό τρόπο για να στο διδάξει που τις περισσότερες φορές σε αφήνει γυμνό και στείρο.

  • ΣΧΕΤΙΚΑ